Ο άνθρωπος δεν κοίταξε ποτέ τον ουρανό σαν ένας απλός παρατηρητής. Από τις πρώτες νύχτες γύρω από τη φωτιά μέχρι τα σύγχρονα αστεροσκοπεία και τα διαστημικά τηλεσκόπια, ο νυχτερινός θόλος λειτουργούσε ως μια τεράστια οθόνη πάνω στην οποία προβάλλονταν φόβοι, ελπίδες, θεοί, προφητείες και φαντασίες. Οι αρχαίοι πολιτισμοί δεν έβλεπαν στους πλανήτες αδρανή ουράνια σώματα αλλά ζωντανές θεότητες. Ο Άρης ήταν πόλεμος, η Αφροδίτη έρωτας, ο Κρόνος χρόνος και θάνατος. Οι κινήσεις των άστρων ερμηνεύονταν ως θεϊκά μηνύματα, ενώ οι κομήτες θεωρούνταν προάγγελοι καταστροφών ή αλλαγών αυτοκρατοριών.
Με την έλευση της επιστημονικής επανάστασης, ο ουρανός άρχισε σταδιακά να απογυμνώνεται από τη θεϊκή του διάσταση. Ο Κοπέρνικος, ο Κέπλερ, ο Γαλιλαίος και ο Νεύτωνας μετέτρεψαν το σύμπαν από μυθολογικό βασίλειο σε μηχανισμό μαθηματικής ακρίβειας. Οι πλανήτες έγιναν ουράνιες μάζες που υπάκουαν σε νόμους βαρύτητας και τροχιακής μηχανικής. Ωστόσο, αυτή η απομάγευση του κόσμου δεν κατόρθωσε ποτέ να εξαφανίσει την ανθρώπινη ανάγκη για μυστήριο. Αντίθετα, το μυστήριο απλώς άλλαξε μορφή.
Κατά τον 19ο αιώνα, σε μια περίοδο εκρηκτικής βιομηχανικής ανάπτυξης, κοινωνικών ανακατατάξεων και κρίσης των παραδοσιακών θρησκειών, αναδύθηκαν νέα αποκρυφιστικά και πνευματιστικά κινήματα που επιχείρησαν να επανασυνδέσουν τον άνθρωπο με ένα «κρυφό σύμπαν». Εκεί γεννήθηκε η γέφυρα που αργότερα θα οδηγούσε κατευθείαν στους contactees της ουφολογίας.
Η Θεοσοφική Εταιρεία της Helena Petrovna Blavatsky, ιδρυμένη το 1875, υπήρξε ίσως η σημαντικότερη πηγή αυτής της νέας κοσμικής μυθολογίας. Η Μπλαβάτσκυ υποστήριζε ότι πίσω από όλες τις θρησκείες κρυβόταν μια αρχαία παγκόσμια σοφία που είχε μεταδοθεί στην ανθρωπότητα από ανώτερες πνευματικές οντότητες. Αυτές οι οντότητες —οι περίφημοι «Ascended Masters»— κατοικούσαν σε αόρατα επίπεδα ύπαρξης ή σε κρυφές περιοχές της Γης και λειτουργούσαν ως καθοδηγητές της ανθρώπινης εξέλιξης. Η θεοσοφία μιλούσε για κοσμικές ιεραρχίες, εξελιγμένες φυλές, αιθερικά σώματα και πνευματικούς πλανήτες πολύ πριν εμφανιστεί η σύγχρονη ουφολογία.
Στις αρχές του 20ού αιώνα, η Alice Bailey επέκτεινε αυτές τις ιδέες μέσα από την «Εσωτερική Αστρολογία» και τη θεωρία των «Ακτίνων». Στα βιβλία της, πλανήτες όπως ο Ηφαίστειος (Vulcan) δεν ήταν απλώς αστρονομικά αντικείμενα αλλά ενεργειακά κέντρα πνευματικής εξέλιξης. Η Bailey μιλούσε ήδη για μια μελλοντική παγκόσμια πνευματική ένωση της ανθρωπότητας, η οποία θα ερχόταν μέσω ανώτερων κοσμικών δασκάλων. Ουσιαστικά, το έδαφος είχε προετοιμαστεί: οι άγγελοι και οι μυστικιστές διδάσκαλοι σύντομα θα αποκτούσαν διαστημόπλοια.
Παράλληλα, το πνευματιστικό κίνημα του 19ου αιώνα είχε εξοικειώσει εκατομμύρια ανθρώπους με την ιδέα ότι μη-ανθρώπινες οντότητες μπορούσαν να επικοινωνούν τηλεπαθητικά με εκλεκτούς ανθρώπους. Οι σεάνς, τα μέντιουμ και τα «κανάλια επικοινωνίας» με αόρατες οντότητες προετοίμασαν πολιτισμικά την έλευση των contactees. Οι πρώτοι επαφικοί της δεκαετίας του 1950 δεν έκαναν τίποτε εντελώς νέο· απλώς αντικατέστησαν τα πνεύματα με εξωγήινους και τα ουράνια βασίλεια με άλλους πλανήτες.
Αυτή η μεταμόρφωση υπήρξε εξαιρετικά σημαντική. Ο δυτικός κόσμος εισερχόταν στην εποχή της τεχνολογίας. Η βιομηχανική κοινωνία, τα αεροπλάνα, οι πύραυλοι και η ατομική ενέργεια έκαναν τις παλιές θρησκευτικές εικόνες να φαίνονται ξεπερασμένες. Ο άνθρωπος δεν ονειρευόταν πλέον αγγέλους με φτερά· ονειρευόταν διαστρικούς πολιτισμούς. Έτσι, οι ουράνιοι αγγελιοφόροι μετατράπηκαν σταδιακά σε «Space Brothers».
Η επιστημονική φαντασία έπαιξε καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη μετάβαση. Από τη δεκαετία του 1920 έως τη δεκαετία του 1950, τα αμερικανικά pulp magazines πλημμύρισαν την αγορά με ιστορίες για πλανήτες, διαστημικές αυτοκρατορίες και εξωγήινους πολιτισμούς. Περιοδικά όπως το Amazing Stories και το Astounding Science Fiction δημιούργησαν μια ολόκληρη νέα μυθολογία για τον διαστημικό άνθρωπο. Οι ήρωες των ιστοριών ταξίδευαν στον Άρη, στην Αφροδίτη ή σε μακρινούς γαλαξίες, συναντώντας προηγμένους ή επικίνδυνους πολιτισμούς.
Ο Edgar Rice Burroughs, δημιουργός του Tarzan, είχε ήδη παρουσιάσει από το 1912 τον πλανήτη Barsoom —τον δικό του φανταστικό Άρη— ως έναν κόσμο με αρχαίους πολιτισμούς, αποξηραμένες θάλασσες, τεχνητά κανάλια και υπερτεχνολογικές πόλεις. Οι περιγραφές των contactees για τον Άρη θυμίζουν σε τέτοιο βαθμό το Barsoom ώστε είναι σχεδόν αδύνατο να αγνοηθεί η επιρροή του. Το ίδιο ισχύει και για τις απεικονίσεις της Αφροδίτης ως τροπικού παραδείσου γεμάτου ομίχλη και εξωτική βλάστηση — μια εικόνα που κυριαρχούσε στην pulp science fiction πριν οι διαστημικές αποστολές αποκαλύψουν την πραγματική φύση του πλανήτη.
Εξίσου σημαντική υπήρξε η επίδραση της θεωρίας των αρειανών καναλιών του Percival Lowell. Στα τέλη του 19ου αιώνα, ο Lowell πίστευε ότι είχε παρατηρήσει τεχνητά κανάλια στον Άρη, τα οποία είχαν κατασκευαστεί από έναν προηγμένο πολιτισμό για να μεταφέρει νερό από τους πόλους στις ερήμους του πλανήτη. Αν και οι παρατηρήσεις του αποδείχθηκαν οπτικές ψευδαισθήσεις, η ιδέα ενός ετοιμοθάνατου αλλά υπερτεχνολογικού Άρη ρίζωσε βαθιά στη λαϊκή φαντασία και επηρέασε καθοριστικά τους contactees.
Καμία όμως πολιτισμική δύναμη δεν επηρέασε περισσότερο τη γέννηση του κινήματος των contactees από τον Ψυχρό Πόλεμο. Μετά τη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι, η ανθρωπότητα ζούσε για πρώτη φορά με τη βεβαιότητα ότι μπορούσε να αυτοκαταστραφεί ολοκληρωτικά. Η ατομική βόμβα δεν ήταν απλώς ένα όπλο· ήταν μια υπαρξιακή ρωγμή στην ανθρώπινη ψυχολογία. Μέσα σε αυτή τη νέα ατμόσφαιρα φόβου εμφανίστηκαν οι πρώτοι «Space Brothers».
Οι contactees παρουσίαζαν τους εξωγήινους ως ειρηνικούς, ηθικά ανώτερους πολιτισμούς που παρακολουθούσαν με ανησυχία την πυρηνική εξέλιξη της Γης. Τα μηνύματά τους ήταν σχεδόν πάντοτε παρόμοια: η ανθρωπότητα έπρεπε να εγκαταλείψει τον πόλεμο, να σταματήσει τις πυρηνικές δοκιμές και να εξελιχθεί πνευματικά ώστε να ενταχθεί σε μια γαλαξιακή κοινότητα πολιτισμών. Οι contactees λειτουργούσαν σαν προφήτες ενός νέου κοσμικού ευαγγελίου.
Η πρώτη μεγάλη μορφή αυτού του κινήματος υπήρξε ο George Adamski. Το 1952 ισχυρίστηκε ότι συνάντησε στην έρημο Μοχάβι έναν εξωγήινο από την Αφροδίτη ονόματι Orthon. Ο εξωγήινος είχε ανθρώπινη μορφή, ξανθά μαλλιά και επικοινωνούσε τηλεπαθητικά. Η εικόνα αυτή καθόρισε ολόκληρη τη μεταγενέστερη μυθολογία των «Nordic aliens». Οι Αφροδίτιοι του Adamski δεν ήταν τέρατα αλλά σχεδόν άγγελοι της διαστημικής εποχής.
Ο Adamski δεν ήταν μόνος. Ο Daniel Fry, ο Howard Menger και αργότερα ο Billy Meier συνέχισαν να εμπλουτίζουν αυτή τη νέα κοσμολογία με λεπτομερείς περιγραφές εξωγήινων πολιτισμών, τεχνολογιών και πλανητικών συστημάτων. Οι αφηγήσεις τους λειτουργούσαν σαν μια μορφή σύγχρονης αποκάλυψης.
Εκείνη την εποχή, το ηλιακό σύστημα παρέμενε ακόμη σε μεγάλο βαθμό άγνωστο. Η Αφροδίτη κρυβόταν κάτω από πυκνά σύννεφα. Ο Άρης φαινόταν πιθανόν κατοικήσιμος. Ο Δίας και ο Κρόνος ήταν μυστηριώδεις κόσμοι χωρίς άμεσες φωτογραφίες υψηλής ανάλυσης. Το κενό της επιστημονικής γνώσης γέμισε αμέσως από φαντασία.
Έτσι γεννήθηκε μια ολόκληρη «κοσμική γεωγραφία». Η Αφροδίτη έγινε ένας τροπικός παράδεισος με σοφούς ξανθούς κατοίκους. Ο Άρης μετατράπηκε σε έναν γερασμένο αλλά τεχνολογικά εξελιγμένο κόσμο υπόγειων πόλεων. Ο Κρόνος έγινε πνευματικό πανεπιστήμιο γεμάτο κρυστάλλινους ναούς. Ο Δίας παρουσιάστηκε ως το διοικητικό κέντρο μιας γαλαξιακής συνομοσπονδίας.
Παράλληλα με αυτούς τους «κατοικημένους» πλανήτες, επιβίωναν και οι παλαιότερες θεωρίες για αόρατους ή χαμένους κόσμους. Η πυθαγόρεια Αντίχθων, ο Ηφαίστειος, η Μαύρη Σελήνη Λίλιθ και οι αστρολογικοί κόμβοι Ράχου και Κέτου συνέχισαν να ζουν μέσα στον αποκρυφισμό και την εσωτερική αστρολογία. Σταδιακά, αυτές οι ιδέες συγχωνεύτηκαν με τη νέα ουφολογική μυθολογία.
Στη δεκαετία του 1970, ο Zecharia Sitchin εισήγαγε τη θεωρία του Νιμπίρου μέσα από το βιβλίο Ο Δωδέκατος Πλανήτης. Ο Σίτσιν υποστήριξε ότι ένας τεράστιος πλανήτης με ελλειπτική τροχιά 3.600 ετών φιλοξενούσε τους Ανουννάκι, μια εξωγήινη φυλή που είχε γενετικά τροποποιήσει τον άνθρωπο στην αρχαιότητα. Αν και οι γλωσσολογικές και ιστορικές του ερμηνείες απορρίφθηκαν από τους ειδικούς της Μεσοποταμίας, η ιδέα του Νιμπίρου απέκτησε τεράστια πολιτισμική επιρροή.
Παρόμοιες θεωρίες αναπτύχθηκαν γύρω από τον υποθετικό πλανήτη Φαέθων ή Τιάματ, ο οποίος καταστράφηκε και δημιούργησε τη Ζώνη των Αστεροειδών. Άλλοι μιλούσαν για υπόγειους πολιτισμούς όπως η Αγκάρθα ή η Υπερβορεία, συνδέοντας τους χαμένους κόσμους με εξωγήινες βάσεις, αρχαίους πολιτισμούς και μυστικές γνώσεις.
Αυτές οι αφηγήσεις είχαν κάτι κοινό: επιχειρούσαν να επαναφέρουν την μαγεία στο σύμπαν. Η επιστήμη παρουσίαζε ένα ψυχρό και αδιάφορο τοπίο του κόσμου . Αντίθετα, οι επαφικοί παρουσίαζαν ένα σύμπαν γεμάτο νοήμονα όντα, πνευματικούς και με ηθικές ηθικές ιεραρχίες. Ο άνθρωπος δεν ήταν μόνος του . Παρακολουθούνταν, είναι σε αλληλεπίδραση και ίσως περιμένει μια μελλοντική «ένταξη» σε μια κοσμική οικογένεια.
Οι ίδιοι οι πλανήτες λειτουργούσαν σαν προβολές της ανθρώπινης επιθυμίας. Οι κοινωνίες των εξωγήινων ήταν σχεδόν πάντοτε ειρηνικές, οικολογικές, χωρίς χρήματα, βία και κοινωνικές ανισότητες. Η τεχνολογία είναι απλά ένας από τους αρωγός για την βελτίωση τους και όχι αυτοσκοπός .Κατά έναν τρόπο, οι επαφικοί περιέγραφαν εναλλακτικές εκδοχές της ίδιας της ανθρωπότητας.
Μετά ξεκίνησε η σκληροπυρηνική διαστημική εποχή Οι αποστολές Mariner και Venera αποκάλυψαν ότι η Αφροδίτη ήταν ένας κολασμένος τόπος θειικού οξέος και θανατηφόρας θερμότητας. Οι αποστολές Viking έδειξαν , τουλάχιστον σε πρώτη φάση , ότι ο Άρης ήταν μια έρημος χωρίς τεράστια αρχιτεκτονικά έργα και μνημεία ενώ ο Δίας και ο Κρόνος έδειξαν , και πάλι σε πρώτη φάση , την φύση τους ως αέριοι γίγαντες με ακραία πιέση και περιβάλλοντα που δεν αφήνουν υπόνοια για την ύπαρξη ζωής.
Μαζί με την διαστημική εποχή , ξεκίνησε και μια νέα εποχή για τους Επαφικούς. .Άλλαξαν πλεύση . Εγκατέλειψαν σταδιακά το ηλιακό σύστημα και έστρεψαν την προσοχή τους στις Πλειάδες, στον Σείριο, στον Ζέτα Ρετίκουλι και σε άλλους μακρινούς αστρικούς κόσμους που παρέμεναν ακόμα απλησίαστοι για μια άμεση επιστημονική επίβλεψη. Με αυτό τον τρόπο , οι ουράνιοι μύθοι ανέβηκαν ή και μεταμορφώθηκαν σε ουράνιους δίσκους και ταξίδεψαν βαθύτερα μέσα στο σύμπαν.΄
Η Γεωγραφία των Space Brothers
Οι Πλανήτες, οι Πολιτισμοί και οι Ουτοπίες των Contactees
Αν το πρώτο μισό του 20ού αιώνα γέννησε τη μεταφυσική και πολιτισμική βάση του κινήματος των contactees, οι δεκαετίες του 1950 και του 1960 αποτέλεσαν την περίοδο κατά την οποία αυτή η κοσμική μυθολογία απέκτησε πλήρη γεωγραφία, βιολογία και πολιτισμική ταυτότητα. Οι contactees δεν ισχυρίζονταν απλώς ότι είδαν ιπτάμενους δίσκους στον ουρανό. Δήλωναν ότι είχαν περπατήσει μέσα σε εξωγήινες πόλεις, είχαν συνομιλήσει με κατοίκους άλλων κόσμων, είχαν ταξιδέψει σε πλανήτες του ηλιακού συστήματος και είχαν γνωρίσει κοινωνίες που είχαν ξεπεράσει τον πόλεμο, τη φτώχεια, τις ασθένειες και την ανθρώπινη βαρβαρότητα.
Η ουφολογία εκείνης της εποχής δεν ήταν ακόμη σκοτεινή ή παρανοϊκή. Δεν υπήρχαν μυστικές υπόγειες βάσεις, απαγωγές, γενετικά πειράματα και στρατιωτικές συνωμοσίες. Οι πρώτοι Space Brothers εμφανίζονταν ως πνευματικοί εξερευνητές και ηθικοί δάσκαλοι. Ήταν οι «καλοί εξωγήινοι» μιας μεταπολεμικής ανθρωπότητας που αναζητούσε σωτηρία από τον πυρηνικό εφιάλτη.
Οι κόσμοι τους δεν έμοιαζαν με τα δυστοπικά μέλλοντα της μεταγενέστερης science fiction. Δεν υπήρχαν νέον μεγαλουπόλεις, cybernetic εμφυτεύματα ή μηχανικές κοινωνίες απόλυτου ελέγχου. Οι πλανήτες των contactees ήταν ουτοπίες αρμονίας. Η τεχνολογία και η πνευματικότητα συνυπήρχαν χωρίς σύγκρουση. Η επιστήμη δεν είχε αποξενώσει τα όντα από τη φύση αλλά τα είχε οδηγήσει σε ανώτερα επίπεδα συνείδησης.
Η Αφροδίτη αποτέλεσε ίσως τον σημαντικότερο από όλους αυτούς τους κόσμους. Πριν οι σοβιετικές αποστολές Venera αποκαλύψουν την πραγματική της φύση, η Αφροδίτη παρέμενε ένας μυστηριώδης πλανήτης κρυμμένος κάτω από αδιαπέραστα σύννεφα. Αυτό το πέπλο άγνοιας λειτούργησε σαν ιδανικός καμβάς πάνω στον οποίο οι contactees πρόβαλαν τις φαντασίες τους.
Ο George Adamski περιέγραψε την Αφροδίτη ως έναν κόσμο αιώνιας άνοιξης, γεμάτο καταπράσινες κοιλάδες, θερμούς ωκεανούς και τροπικά δάση που έλαμπαν κάτω από μια απαλή, διάχυτη ατμόσφαιρα. Το φως δεν δημιουργούσε έντονες σκιές, καθώς τα σύννεφα λειτουργούσαν σαν ένα φυσικό φίλτρο που τύλιγε ολόκληρο τον πλανήτη σε μια διαρκή ιριδίζουσα λάμψη. Οι πόλεις των Αφροδίτιων δεν ήταν βιομηχανικά συγκροτήματα αλλά λευκές, κρυστάλλινες μητροπόλεις χτισμένες γύρω από νερά και κήπους.
Οι ίδιοι οι Αφροδίτιοι υπήρξαν η αρχέτυπη μορφή των «Nordic aliens». Ψηλοί, ξανθοί, συμμετρικοί, με γαλάζια μάτια και σχεδόν αγγελική παρουσία, έμοιαζαν περισσότερο με ουράνιες υπάρξεις παρά με εξωγήινα όντα. Η βιολογία τους ήταν σχεδόν ανθρώπινη, όμως η ηθική και πνευματική τους εξέλιξη θεωρούνταν ανώτερη. Δεν υπήρχαν κυβερνήσεις, στρατοί ή κοινωνικές τάξεις. Οι Αφροδίτιοι ζούσαν σε κοινωνίες απόλυτης συνεργασίας και τηλεπαθητικής κατανόησης.
Αυτή η εικόνα αντανακλούσε ξεκάθαρα τις ουτοπικές επιθυμίες της μεταπολεμικής Αμερικής. Οι contactees φαντάζονταν πολιτισμούς όπου η τεχνολογία είχε απελευθερώσει τα όντα από τη βία και την οικονομική ανάγκη. Η Αφροδίτη λειτουργούσε σχεδόν σαν μεταφυσική Εδέμ της διαστημικής εποχής.
Ο Άρης, αντίθετα, παρουσιαζόταν ως ένας κόσμος αρχαίος και γερασμένος. Οι contactees διατήρησαν πολλά στοιχεία από την παλαιότερη μυθολογία των «αρειανών καναλιών» του Percival Lowell και τη λογοτεχνία του Edgar Rice Burroughs. Ο Άρης δεν ήταν παράδεισος αλλά ένας πλανήτης που πάλευε να επιβιώσει μετά από εκατομμύρια χρόνια οικολογικής παρακμής.
Οι περιγραφές του Daniel Fry μιλούσαν για αχανείς κοκκινωπές ερήμους, τεχνητά κανάλια μεταφοράς νερού και τεράστιες υπόγειες πόλεις προστατευμένες από την ακτινοβολία. Οι Αρειανοί ήταν πιο πρακτικοί και τεχνοκρατικοί από τους Αφροδίτιους. Η κοινωνία τους είχε οργανωθεί γύρω από την επιβίωση, την ενεργειακή αποτελεσματικότητα και τη μηχανική αρμονία.
Η υπόγεια γεωγραφία του Άρη κατέχει ιδιαίτερη σημασία στην κοσμολογία των contactees. Κάτω από την άγονη επιφάνεια υπήρχαν, υποτίθεται, τεράστια οικοσυστήματα, φωτιζόμενα από τεχνητούς ήλιους και συνδεδεμένα μέσω μαγνητικών σιδηροδρόμων υπερταχείας μετακίνησης. Οι Αρειανοί είχαν εγκαταλείψει την επιφάνεια όχι μόνο λόγω των περιβαλλοντικών αλλαγών αλλά και εξαιτίας της αυξημένης κοσμικής ακτινοβολίας.
Αυτή η ιδέα ενός πολιτισμού που αναγκάστηκε να υποχωρήσει κάτω από το έδαφος λόγω οικολογικής κατάρρευσης αντικατοπτρίζει ξεκάθαρα τους φόβους της πυρηνικής εποχής. Ο Άρης λειτουργούσε σαν προειδοποιητικός καθρέφτης της Γης. Οι contactees έστελναν έμμεσα το μήνυμα ότι η ανθρωπότητα κινδύνευε να καταστρέψει τον δικό της κόσμο όπως ακριβώς είχαν κάνει οι Αρειανοί.
Ο Howard Menger παρουσίασε έναν ακόμη πιο παράξενο κόσμο: τον Κρόνο. Στη σύγχρονη αστροφυσική, ο Κρόνος είναι ένας αέριος γίγαντας χωρίς στερεή επιφάνεια. Στις αφηγήσεις των contactees όμως μετατράπηκε σε πνευματικό κέντρο του ηλιακού συστήματος.
Ο Κρόνος περιγραφόταν ως ένας πλανήτης γεμάτος κρυστάλλινες πεδιάδες, λαμπερά ορυκτά και ενεργειακές θάλασσες φωσφορίζοντος υγρού. Οι διάσημοι δακτύλιοί του λειτουργούσαν σαν κοσμικός καθρέφτης που διαχέει φως σε ολόκληρο τον ουρανό, δημιουργώντας μόνιμα πολύχρωμα σέλαα. Οι κάτοικοι του Κρόνου ήταν σοφοί γέροντες ντυμένοι με λευκούς χιτώνες, αφιερωμένοι στον διαλογισμό, τη μουσική και τη μεταφυσική γνώση.
Η αισθητική αυτών των κόσμων είναι αποκαλυπτική. Οι κοινωνίες των contactees μοιάζουν περισσότερο με μοναστικές ουτοπίες παρά με τεχνολογικούς πολιτισμούς. Η ανώτερη επιστήμη τους δεν οδηγούσε στην εκμετάλλευση ή την αποξένωση αλλά στην ηρεμία και τη σοφία. Σε αντίθεση με τον μεταγενέστερο κυβερνο-δυστοπικό φόβο της science fiction, οι πρώτοι contactees πίστευαν ότι η τεχνολογική πρόοδος και η πνευματική εξέλιξη μπορούσαν να συμβαδίσουν.
Αυτό γίνεται ακόμη πιο εμφανές στις περιγραφές του Δία. Οι contactees φαντάζονταν τον γιγάντιο πλανήτη ως διοικητικό κέντρο μιας «Διαπλανητικής Συνομοσπονδίας». Εκεί βρισκόταν, υποτίθεται, ένα μεγάλο συμβούλιο ανώτερων όντων που επέβλεπε την ισορροπία του ηλιακού συστήματος και παρακολουθούσε τις πυρηνικές δραστηριότητες της ανθρωπότητας.
Οι Διοί παρουσιάζονταν σαν μεγαλόσωμα, επιβλητικά όντα με σχεδόν βιβλική παρουσία. Η κοινωνία τους δεν είχε ιδιοκτησία, οικονομικό ανταγωνισμό ή έγκλημα. Η παραγωγή αγαθών γινόταν μέσω ενεργειακών υλικοποιητών, καταργώντας κάθε ανάγκη για εργασία με τη γήινη έννοια. Η ιδέα αυτή θυμίζει έντονα τις μεταπολεμικές φαντασιώσεις αφθονίας και μετασπάνιων κοινωνιών που κυριαρχούσαν στην επιστημονική φαντασία της εποχής.
Πίσω όμως από αυτή την αισιόδοξη εικόνα κρυβόταν και ένας βαθύτερος φόβος. Οι contactees θεωρούσαν ότι οι εξωγήινοι παρακολουθούσαν στενά τη Γη επειδή οι πυρηνικές δοκιμές μπορούσαν να διαταράξουν τη «συμπαντική ισορροπία». Πολλές αφηγήσεις υποστήριζαν ότι UFO εμφανίζονταν κοντά σε πυρηνικές εγκαταστάσεις ή πεδία δοκιμών. Οι Space Brothers λειτουργούσαν σαν κοσμικοί επιτηρητές που προσπαθούσαν να αποτρέψουν μια αυτοκαταστροφή.
Καθώς όμως η επιστήμη άρχισε να αποκαλύπτει τη μη κατοικήσιμη φύση του ηλιακού συστήματος, η ουφολογική γεωγραφία μετακινήθηκε προς τα άστρα. Εκεί εμφανίστηκε ο Billy Meier και ο πλανήτης Έρρα.
Η Έρρα, σύμφωνα με τον Meier, βρισκόταν στις Πλειάδες και κατοικούνταν από τους Plejaren. Σε αντίθεση με τους σχεδόν μυθικούς Αφροδίτιους, οι Plejaren παρουσιάζονταν ως ένας πιο «επιστημονικός» πολιτισμός. Ο πλανήτης τους περιγραφόταν ως οικολογικά ισορροπημένος, με ήπιο κλίμα, καθαρές θάλασσες και οικισμούς ενσωματωμένους πλήρως στη φύση.
Οι Plejaren αντιπροσώπευαν τη new age πνευματικότητα της δεκαετίας του 1970. Η κοινωνία τους λειτουργούσε χωρίς χρήματα, ενώ η εργασία εκτελούνταν κυρίως από αυτοματοποιημένα συστήματα και ρομπότ. Η τηλεπάθεια θεωρούνταν φυσική μορφή επικοινωνίας και η πνευματική εξέλιξη αποτελούσε τον βασικό στόχο της ύπαρξης.
Η ίδια η αισθητική του Έρρα αντανακλά το οικολογικό και αντι-βιομηχανικό πνεύμα της εποχής. Οι πόλεις δεν ήταν τσιμεντένιες μητροπόλεις αλλά αρμονικές κατασκευές θόλων και κρυστάλλινων δομών μέσα σε δάση και κοιλάδες. Οι Plejaren ζούσαν σχεδόν σαν μια κοσμική οικολογική κοινότητα.
Ακόμη πιο παράξενη υπήρξε η υπόθεση του Ούμμο. Οι υποτιθέμενοι εξωγήινοι του Fernando Sesma δεν παρουσιάζονταν σαν μυστικιστές αλλά σαν ψυχροί επιστήμονες. Οι επιστολές των Ummites περιείχαν περίπλοκες τεχνικές περιγραφές, μαθηματικά μοντέλα και κοινωνιολογικές αναλύσεις.
Ο πλανήτης Ούμμο ήταν ένας κόσμος επίπεδων πεδιάδων, πυκνής ατμόσφαιρας και ακραίων ηλεκτρικών καταιγίδων. Η κοινωνία του χαρακτηριζόταν από αυστηρή οργάνωση, συλλογική εργασία και τεχνοκρατική διακυβέρνηση. Σε αντίθεση με τους σχεδόν μυστικιστικούς Αφροδίτιους ή Plejaren, οι Ummites έμοιαζαν με λογικούς, σχεδόν ψυχρούς διαχειριστές ενός τεχνολογικού πολιτισμού.
Αυτή η διαφορά είναι σημαντική. Οι contactees δεν δημιουργούσαν μία ενιαία μυθολογία αλλά πολλαπλά πολιτισμικά αρχέτυπα. Οι Nordics συμβόλιζαν την αγγελική τελειότητα. Οι Plejaren την οικολογική πνευματικότητα. Οι Ummites τον επιστημονικό ορθολογισμό. Οι Ebens του Σέρπο —με τη μικρόσωμη, γκρίζα μορφή τους— προανήγγειλαν τη μεταγενέστερη εποχή των «Greys».
Η υπόθεση του Σέρπο εμφανίστηκε πολύ αργότερα, όμως αποτελεί κρίσιμο μεταβατικό σημείο. Οι Ebens δεν ήταν πια όμορφοι κοσμικοί σωτήρες. Ήταν μικρόσωμα όντα με τεράστια μάτια και εντελώς μη ανθρώπινη εμφάνιση. Ο πλανήτης τους ήταν σκληρός, άνυδρος και γεωλογικά εξαντλημένος. Η κοινωνία τους βασιζόταν σε αυστηρή συλλογικότητα και επιβίωση.
Εδώ βλέπουμε καθαρά την αλλαγή του πολιτισμικού κλίματος. Η ουφολογία αρχίζει να απομακρύνεται από την αισιοδοξία των Space Brothers και να εισέρχεται σε πιο σκοτεινά μονοπάτια. Οι εξωγήινοι παύουν να είναι ουράνιοι άγγελοι και γίνονται όλο και πιο ξένοι, απρόσωποι και ακατανόητοι.
Παράλληλα με αυτές τις αφηγήσεις, οι contactees περιέγραφαν και τεχνολογίες που έμοιαζαν σχεδόν μαγικές. Τα beamships κινούνταν αθόρυβα μέσω αντιβαρύτητας, χρησιμοποιώντας ηλεκτρομαγνητικά πεδία και «κοσμική ενέργεια». Οι κινητήρες τους δεν έκαιγαν καύσιμα αλλά χειρίζονταν τις ίδιες τις δυνάμεις του χωροχρόνου.
Οι εξωγήινοι χρησιμοποιούσαν τηλεπαθηκούς μεταφραστές, θεραπευτικές συσκευές ενεργειακής συχνότητας και υλικοποιητές ύλης που μπορούσαν να δημιουργήσουν αντικείμενα από καθαρή ενέργεια. Πολλές από αυτές τις ιδέες θυμίζουν εντυπωσιακά σύγχρονες τεχνολογικές κατευθύνσεις όπως η τεχνητή νοημοσύνη, τα neural interfaces, τα wearables και η τρισδιάστατη εκτύπωση.
Αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι οι contactees «προέβλεψαν» το μέλλον. Σημαίνει όμως ότι η φαντασία τους λειτουργούσε σαν καθρέφτης των τεχνολογικών ονείρων και φόβων της εποχής τους. Οι εξωγήινοι πολιτισμοί ήταν στην πραγματικότητα προβολές ανθρώπινων επιθυμιών.
Οι contactees περιέγραφαν κόσμους όπου:
η τεχνολογία δεν είχε καταστρέψει τη φύση,
η επιστήμη δεν είχε εξαφανίσει την πνευματικότητα,
η αφθονία είχε καταργήσει τον πόλεμο,
και η ανθρωπότητα είχε ξεπεράσει τον εγωισμό της.
Αυτό εξηγεί γιατί αυτές οι ιστορίες άσκησαν τόσο ισχυρή επιρροή. Δεν λειτουργούσαν απλώς ως παραμύθια επιστημονικής φαντασίας αλλά ως κοσμικές ουτοπίες. Οι πλανήτες των contactees ήταν ψυχολογικοί καθρέφτες ενός πολιτισμού που φοβόταν ότι η τεχνολογική πρόοδος θα οδηγούσε στην αυτοκαταστροφή.
Ωστόσο, καθώς περνούσαν οι δεκαετίες, η ατμόσφαιρα άλλαξε. Οι διαστημικές αποστολές κατέρριψαν τους κοντινούς μύθους. Η Αφροδίτη αποδείχθηκε κόλαση θειικού οξέος. Ο Άρης ήταν ένας νεκρός πλανήτης. Ο Δίας και ο Κρόνος ήταν αφιλόξενοι γίγαντες αερίων.
Οι Space Brothers άρχισαν να απομακρύνονται όλο και περισσότερο από το ηλιακό σύστημα. Οι contactees στράφηκαν στις Πλειάδες, στον Σείριο, στον Ζήτα Δικτύου ή ακόμη και σε άλλες διαστάσεις και αστρικά επίπεδα ύπαρξης. Το σύμπαν γινόταν ξανά απρόσιτο, αόρατο και μυστικιστικό.
Και μαζί με αυτή τη μετατόπιση άλλαξε και η ίδια η ουφολογία.
Οι φωτεινοί ξανθοί εξωγήινοι της δεκαετίας του 1950 άρχισαν να εξαφανίζονται. Στη θέση τους εμφανίστηκαν οι Greys, οι απαγωγές, τα γενετικά πειράματα, οι υπόγειες βάσεις και οι στρατιωτικές συνωμοσίες. Η αισιοδοξία της διαστημικής ουτοπίας έδωσε σταδιακά τη θέση της σε μια κοσμική παράνοια.
Οι ουράνιοι άγγελοι της πυρηνικής εποχής μετατράπηκαν αργά σε ψυχρούς επισκέπτες ενός αδιάφορου και σκοτεινού σύμπαντος.
Από τους «Διαστημικούς Αδελφούς» στη Σύγχρονη Μυθολογία: Τεχνολογία, Κατάρριψη και η Ψυχολογία της Κοσμικής Πίστης
Καθώς το κίνημα των contactees εξελισσόταν από τη δεκαετία του 1950 μέχρι και τα τέλη του 20ού αιώνα, οι αφηγήσεις του άρχισαν να μεταμορφώνονται. Οι πρώτες ιστορίες των ξανθών, σχεδόν αγγελικών «Διαστημικών Αδελφών» της Αφροδίτης και του Άρη γεννήθηκαν μέσα σε έναν κόσμο που μόλις είχε μπει στην ατομική εποχή. Η ανθρωπότητα φοβόταν τον πυρηνικό αφανισμό, αλλά ταυτόχρονα πίστευε βαθιά στην πρόοδο, στην επιστήμη και στο μέλλον. Οι contactees λειτούργησαν σαν προφήτες μιας νέας κοσμικής θρησκείας. Οι εξωγήινοι τους δεν ήταν τέρατα. Ήταν ανώτεροι ηθικά δάσκαλοι, φύλακες της πνευματικής εξέλιξης του ανθρώπου και εκπρόσωποι μιας διαστρικής αδελφότητας που περίμενε την ανθρωπότητα να ωριμάσει.
Όμως η ίδια η πρόοδος της επιστήμης άρχισε σταδιακά να καταστρέφει τον γεωγραφικό χάρτη αυτών των αφηγήσεων. Όσο τα διαστημικά προγράμματα της NASA και της Σοβιετικής Ένωσης έστελναν αποστολές στην Αφροδίτη, στον Άρη και στους εξωτερικούς πλανήτες, τόσο οι ουτοπικοί κόσμοι των contactees εξαφανίζονταν από το φυσικό ηλιακό σύστημα. Οι συγγραφείς και οι επαφικοί αναγκάστηκαν να μεταφέρουν τις ιστορίες τους σε όλο και πιο μακρινές περιοχές του γαλαξία ή σε αόρατες «διαστατικές πραγματικότητες». Η ουφολογία μετατράπηκε έτσι από ένα σχεδόν «αστρονομικό» αφήγημα σε μια σύνθετη μεταφυσική κοσμολογία.
Η τεχνολογία κατέχει κεντρικό ρόλο σε αυτή τη μετάβαση. Οι contactees δεν περιέγραψαν μόνο πλανήτες και εξωγήινους πολιτισμούς. Δημιούργησαν ολόκληρα τεχνολογικά οράματα που σε πολλές περιπτώσεις προηγήθηκαν εντυπωσιακά της εποχής τους. Μέσα στις αφηγήσεις τους εμφανίζονται έννοιες που θυμίζουν τεχνητή νοημοσύνη, βιοτεχνολογία, κβαντική επικοινωνία, τρισδιάστατη εκτύπωση, διασύνδεση ανθρώπου και μηχανής, ακόμη και σύγχρονες θεωρητικές προσεγγίσεις για τη βαρύτητα και τον χωροχρόνο.
Οι πρώτοι contactees περιέγραφαν τους ιπτάμενους δίσκους ως ζωντανές μηχανές. Τα σκάφη αυτά δεν θεωρούνταν απλά μεταφορικά μέσα αλλά ημι-συνειδητές οντότητες που ανταποκρίνονταν απευθείας στις σκέψεις του πληρώματος. Ο George Adamski υποστήριζε ότι τα αφροδίτια σκάφη ελέγχονταν μέσω ενός συστήματος «διανοητικής συντονισμένης ενέργειας». Ο πιλότος δεν χρησιμοποιούσε διακόπτες ή μηχανικούς μοχλούς. Το ίδιο το σκάφος ήταν συνδεδεμένο νευρικά και ενεργειακά με το σώμα του χειριστή του. Αυτή η ιδέα εμφανίζεται δεκαετίες πριν τις σημερινές έρευνες πάνω στα Brain-Computer Interfaces και τις νευρωνικές διεπαφές.
Στις περιγραφές των Plejaren του Billy Meier, τα beamships διέθεταν ημιδιαφανή μεταλλικά κράματα που μπορούσαν να αλλάζουν μορφή και πυκνότητα ανάλογα με τις εξωτερικές συνθήκες. Το μέταλλο «ζούσε», αυτοεπιδιορθωνόταν και μπορούσε να απορροφά ενέργεια από το ίδιο το διάστημα. Η εικόνα αυτή θυμίζει τις σημερινές έρευνες στα metamaterials, στα αυτοθεραπευόμενα υλικά και στις νανοδομές που αλλάζουν μοριακή διάταξη.
Ακόμη πιο εντυπωσιακές ήταν οι περιγραφές των ενεργειακών συστημάτων. Οι contactees υποστήριζαν ότι οι ανεπτυγμένοι πολιτισμοί δεν χρησιμοποιούσαν ποτέ καύσιμα. Η ίδια η ιδέα της καύσης θεωρούνταν πρωτόγονη. Οι Αρειανοί, σύμφωνα με τον Daniel Fry, αξιοποιούσαν τη «συμπαντική μαγνητική ροή», μια αόρατη ενέργεια που διαπερνά το σύμπαν. Οι Κρονίτες του Howard Menger χρησιμοποιούσαν ενεργειακούς πυρήνες κρυστάλλων που συνέλεγαν δονήσεις από τους δακτυλίους του Κρόνου. Οι Plejaren περιέγραφαν αντιδραστήρες ταχυονίων που επέτρεπαν υπερφωτεινά ταξίδια μέσω στρεβλώσεων του χωροχρόνου.
Σήμερα, φυσικά, δεν υπάρχει καμία απόδειξη για την ύπαρξη ταχυονίων ή λειτουργικών warp drives. Ωστόσο, η θεωρητική φυσική έχει εξετάσει υποθέσεις όπως η μετρική Alcubierre, σύμφωνα με την οποία ένα σκάφος θα μπορούσε θεωρητικά να «συμπιέζει» τον χωροχρόνο μπροστά του και να τον διαστέλλει πίσω του. Η ιδέα μοιάζει εντυπωσιακά με τις περιγραφές αρκετών contactees που ισχυρίζονταν ότι τα σκάφη δεν κινούνταν πραγματικά μέσα στο διάστημα αλλά «μετέβαλλαν το πλαίσιο της πραγματικότητας γύρω τους».
Η σχέση των contactees με την τεχνολογία είχε πάντοτε και πνευματικό χαρακτήρα. Οι προηγμένοι πολιτισμοί δεν ξεχώριζαν ποτέ την επιστήμη από τη συνείδηση. Για αυτούς, η τεχνολογία ήταν προέκταση της πνευματικής εξέλιξης. Οι εξωγήινοι πολιτισμοί είχαν εγκαταλείψει τον ανταγωνισμό, τον πόλεμο και την απληστία, και μόνο τότε κατάφεραν να κυριαρχήσουν στις φυσικές δυνάμεις του σύμπαντος. Αυτή η ιδέα επαναλαμβάνεται σχεδόν εμμονικά σε όλες τις αφηγήσεις. Η ανθρωπότητα θεωρείται τεχνολογικά ανώριμη όχι επειδή της λείπει η γνώση, αλλά επειδή της λείπει η ηθική ωριμότητα.
Σε αυτό το σημείο, η ουφολογία των contactees συναντά τις ουτοπικές φιλοσοφίες και τις μεταπολεμικές ελπίδες για έναν νέο παγκόσμιο πολιτισμό. Οι εξωγήινοι λειτουργούν σαν καθρέφτης των ανθρώπινων φόβων και επιθυμιών. Ο Άρης, η Αφροδίτη, ο Έρρα ή ο Ούμμο δεν είναι πραγματικοί πλανήτες. Είναι ψυχολογικά και πολιτισμικά σύμβολα. Είναι ιδανικές κοινωνίες πάνω στις οποίες οι άνθρωποι προβάλλουν όσα λείπουν από τον δικό τους κόσμο.
Οι Αφροδίτιοι συμβολίζουν τον χαμένο παράδεισο. Έναν κόσμο χωρίς πολέμους, χωρίς βία και χωρίς αρρώστιες. Οι Αρειανοί εκφράζουν την ιδέα μιας τεχνολογικής σοφίας που γεννήθηκε μέσα από την οικολογική καταστροφή. Οι Κρονίτες ενσαρκώνουν τον αρχέτυπο των σοφών γερόντων. Οι Plejaren είναι η τελειοποιημένη ανθρωπότητα του μέλλοντος. Οι Ummites αντιπροσωπεύουν την απόλυτη ορθολογική κοινωνία, ενώ οι Ebens του Σέρπο φέρνουν ήδη τη σκοτεινή μετάβαση προς τις αφηγήσεις των απαγωγών και των «Γκρίζων» εξωγήινων.
Αυτή η μετάβαση είναι εξαιρετικά σημαντική. Μέχρι τη δεκαετία του 1960, οι εξωγήινοι παρουσιάζονταν σχεδόν πάντα ως σωτήρες. Μετά το 1970, όμως, το πολιτισμικό κλίμα αλλάζει. Ο πόλεμος του Βιετνάμ, το Watergate, η κοινωνική αποξένωση, η κατάρρευση της αισιοδοξίας της διαστημικής εποχής και η άνοδος της κυβερνητικής δυσπιστίας μεταμορφώνουν και την ίδια την ουφολογία. Οι «Space Brothers» αρχίζουν να εξαφανίζονται και τη θέση τους παίρνουν οι ψυχροί, εργαστηριακοί Grey Aliens.
Η περίπτωση του Σέρπο αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Εδώ οι εξωγήινοι δεν είναι πλέον πνευματικοί διδάσκαλοι αλλά μέρος μυστικών στρατιωτικών συμφωνιών. Η κοσμική ουτοπία μετατρέπεται σε κρατική συνωμοσία. Η ουφολογία συγχωνεύεται με τον φόβο της παρακολούθησης, των μυστικών υπηρεσιών και της απόκρυψης της αλήθειας.
Παράλληλα, η ίδια η επιστήμη συνέχισε να διαλύει τους πλανητικούς μύθους των contactees. Οι σοβιετικές αποστολές Venera απέδειξαν ότι η Αφροδίτη είναι ένας εφιαλτικός κόσμος διοξειδίου του άνθρακα, θειικού οξέος και θερμοκρασιών 460 βαθμών Κελσίου. Οι αποστολές Viking και αργότερα τα ρόβερ Spirit, Opportunity, Curiosity και Perseverance αποκάλυψαν ότι ο Άρης είναι ένας ψυχρός και εξαιρετικά ξηρός κόσμος χωρίς υπόγειες πολιτείες ή τεχνητά κανάλια. Ο Δίας και ο Κρόνος αποδείχθηκαν αέριοι γίγαντες χωρίς στερεή επιφάνεια, ενώ τα δεδομένα των Voyager και Cassini κατέρριψαν οριστικά τις αφηγήσεις περί κατοικημένων κρυστάλλινων τοπίων.
Η επιστημονική κατάρριψη υπήρξε απόλυτη. Και όμως, οι μύθοι δεν εξαφανίστηκαν.
Αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο ολόκληρου του φαινομένου. Οι contactee cosmologies δεν λειτουργούν ως επιστήμη. Λειτουργούν ως μυθολογία. Και οι μυθολογίες δεν πεθαίνουν επειδή αντικρούονται λογικά. Επιβιώνουν επειδή καλύπτουν βαθιές ψυχολογικές ανάγκες.
Ο Carl Jung ήταν από τους πρώτους που αντιμετώπισαν σοβαρά το φαινόμενο των UFO ως ψυχολογικό και συμβολικό μηχανισμό. Στο έργο του Flying Saucers: A Modern Myth of Things Seen in the Skies, υποστήριξε ότι οι ιπτάμενοι δίσκοι λειτουργούν σαν σύγχρονα αρχετυπικά σύμβολα. Σε έναν κόσμο απομαγεμένο από τη θρησκεία και κατακερματισμένο από την τεχνολογία, το ανθρώπινο ασυνείδητο δημιουργεί νέους ουράνιους μύθους.
Οι contactees ουσιαστικά οικοδόμησαν νέες κοσμογονίες. Οι πλανήτες τους αντικατέστησαν τους παλιούς παραδείσους των θρησκειών. Οι εξωγήινοι πήραν τη θέση των αγγέλων. Τα beamships έγιναν τα νέα άρματα των θεών. Η τηλεπάθεια αντικατέστησε τη θεία αποκάλυψη. Και η «Διαπλανητική Συνομοσπονδία» λειτουργεί σχεδόν σαν μια κοσμική εκκλησία.
Η δομή αυτών των αφηγήσεων είναι εξαιρετικά κοντά στις αρχαίες θρησκευτικές εμπειρίες. Οι contactees συχνά περιγράφουν έντονο φως, ακινησία του χρόνου, υπερβατικά όντα, ηθικά μηνύματα και αποκαλυπτικές προφητείες. Η γλώσσα αλλάζει — από θεούς και αγγέλους περνάμε σε εξωγήινους και διαστρικά συμβούλια — αλλά ο ψυχολογικός μηχανισμός παραμένει εντυπωσιακά παρόμοιος.
Το πιο παράξενο στοιχείο είναι ότι πολλές από αυτές τις αφηγήσεις προσαρμόζονται συνεχώς στις νέες εποχές. Όταν η αστρονομία κατέρριψε την κατοικημένη Αφροδίτη, οι contactees μετακίνησαν τους πολιτισμούς σε «αιθερικά επίπεδα». Όταν η διαστημική εξερεύνηση απέδειξε ότι οι πλανήτες του ηλιακού συστήματος είναι αφιλόξενοι, οι ιστορίες μεταφέρθηκαν στις Πλειάδες, στον Σείριο ή σε άλλες διαστάσεις. Το αφήγημα δεν πεθαίνει. Μεταλλάσσεται.
Αυτό δείχνει ότι το κέντρο βάρους του φαινομένου δεν βρίσκεται ποτέ στην αστρονομία αλλά στην ανθρώπινη ανάγκη για νόημα. Ο άνθρωπος δυσκολεύεται να αποδεχτεί ότι ζει σε ένα αδιάφορο, σιωπηλό σύμπαν. Οι contactees προσφέρουν μια διαφορετική εικόνα: ένα ζωντανό σύμπαν γεμάτο συνείδηση, σκοπό και ανώτερες νοημοσύνες που παρακολουθούν την εξέλιξή μας.
Ο άνθρωπος δεν κοίταξε ποτέ τον νυχτερινό ουρανό σαν ένας απλός, ουδέτερος παρατηρητής των φυσικών φαινομένων, αλλά από τις πρώτες νύχτες της ανθρωπότητας γύρω από τη φωτιά, όταν οι σπίθες ανέβαιναν για να χαθούν στην απεραντοσύνη, ο ουράνιος θόλος λειτούργησε ως μια γιγαντιαία οθόνη πάνω στην οποία το συλλογικό ασυνείδητο πρόβαλε τους πιο βαθείς φόβους, τις ελπίδες, τις θεότητες και τις προφητείες του. Για τους αρχαίους πολιτισμούς, τα ουράνια σώματα δεν αποτελούσαν αδρανείς μάζες ύλης, αλλά ζωντανές, νοήμονες οντότητες με άμεση επίδραση στην επίγεια μοίρα, όπου ο Άρης ενσάρκωνε το κόκκινο, αιματηρό βλέμμα του πολέμου, η Αφροδίτη τη λαμπερή υπόσχεση του έρωτα, και ο Κρόνος τον αργό, σκοτεινό άρχοντα του χρόνου και του αναπόφευκτου θανάτου, ενώ κάθε ασυνήθιστο φαινόμενο όπως οι κομήτες ερμηνευόταν ως θεϊκό μήνυμα και προάγγελος καταστροφών ή πτώσης αυτοκρατοριών.
Αυτός ο έμψυχος και ιερός ουρανός άρχισε σταδιακά να απογυμνώνεται από τη θεϊκή του διάσταση με την έλευση της Επιστημονικής Επανάστασης, η οποία επέφερε ένα ανεπανόρθωτο υπαρξιακό σοκ στην ανθρώπινη ψυχολογία, καθώς η μετάβαση από το παρηγορητικό γεωκεντρικό σύστημα του Πτολεμαίου στο ηλιοκεντρικό μοντέλο εκτόπισε τη Γη και τον δημιουργό της από το απόλυτο κέντρο του κάδρου. Ο Νικόλαος Κοπέρνικος αφαίρεσε την πρωτοκαθεδρία του πλανήτη μας, ο Ιωάννης Κέπλερ απέδειξε ότι οι τροχιές είναι ελλειπτικές καταρρίπτοντας την αριστοτελική αυταπάτη της κυκλικής και θεϊκά τέλειας κίνησης, ο Γαλιλαίος αντίκρισε μέσω του τηλεσκοπίου του μια Σελήνη γεμάτη κρατήρες και ατέλειες αντί για μια λεία, αιθερική σφαίρα, και ο Ισαάκ Νεύτωνας ενοποίησε το σύμπαν κάτω από τους ίδιους απαρέγκλιτους, μηχανιστικούς νόμους της βαρύτητας, μετατρέποντας το κοσμολογικό βασίλειο σε έναν απρόσωπο ωρολογιακό μηχανισμό μαθηματικής ακρίβείας.
Αυτή η επιστημονική απομάγευση, ωστόσο, πυροδότησε μια παράλληλη λογοτεχνική και φιλοσοφική έκρηξη γύρω από την ιδέα της πολλαπλότητας των κόσμων, με τον Κρίστιαν Χόιχενς να δημοσιεύει το Κοσμοθεώρος το 1698, όπου χρησιμοποιούσε την επιστημονική μέθοδο για να επιχειρηματολογήσει ότι οι άλλοι πλανήτες πρέπει να φιλοξενούν λογικά όντα με δικές τους επιστήμες και τέχνες, ενώ ο Εμάνουελ Σβέντενμποργκ, ένας από τους πιο διαπρεπείς επιστήμονες της Σουηδίας πριν στραφεί στον μυστικισμό, ισχυρίστηκε στα μέσα του δέκατου όγδοου αιώνα ότι πραγματοποίησε πνευματικά ταξίδια στον Ερμή, τον Δία και τον Κρόνο, περιγράφοντας τους κατοίκους τους ως ηθικά ανώτερα όντα, θέτοντας έτσι τα θεμέλια για τη σύνδεση της πλανητικής αστρονομίας με την πνευματική αναζήτηση.
Η απομάγευση του κόσμου, παρά τον θρίαμβο του ορθολογισμού, δεν κατόρθωσε ποτέ να ξεριζώσει την εγγενή ανθρώπινη ανάγκη για το μυστήριο και το υπερβατικό, διότι το ανθρώπινο πνεύμα αρνήθηκε να αποδεχτεί τη μόνιμη απομόνωσή του μέσα σε ένα απέραντο, βιολογικά βουβό κενό, με αποτέλεσμα το μυστήριο να αλλάξει μορφή και να αναζητήσει νέα κανάλια έκφρασης κατά τον δέκατο ένατο αιώνα. Σε μια εποχή εκρηκτικής εκβιομηχάνισης, ραγδαίων κοινωνικών ανακατατάξεων και βαθιάς κρίσης των παραδοσιακών θρησειών, ο θρίαμβος του θετικισμού και της δαρβίνειας θεωρίας άφησε ένα τεράστιο πνευματικό κενό, το οποίο επιχείρησαν να καλύψουν νέα αποκρυφιστικά και πνευματιστικά κινήματα, δημιουργώντας μια παράδοξη γέφυρα που συνδύαζε τη μεταφυσική αναζήτηση με μια ορολογία που θύμιζε επιστήμη.
Το Πνευματιστικό Κίνημα, το οποίο εξαπλώθηκε ραγδαία μετά το περιστατικό με τις αδελφές Fox στη Νέα Υόρκη το 1848, εξοικειέωσε εκατομμύρια ανθρώπους με τις σεάνς, τα μέντιουμ και την αυτόματη γραφή, εδραιώνοντας την πεποίθηση ότι μη ανθρώπινες, εξελιγμένες οντότητες μπορούν να επικοινωνούν τηλεπαθητικά με εκλεκτούς διαμεσολαβητές, προετοιμάζοντας έτσι το πολιτισμικό υπόβαθρο για τους μετέπειτα επαφικούς της ουφολογίας, όπου η μόνη διαφορά θα ήταν η αντικατάσταση των πνευμάτων των νεκρών με εξωγήινους και των ουράνιων πεδίων με μακρινούς πλανήτες.
Η Θεοσοφική Εταιρεία, που ιδρύθηκε το 1875 από την Έλενα Πετρόβνα Μπλαβάτσκυ, αποτέλεσε την κυριότερη μήτρα αυτής της εκκοσμικευμένης κοσμογονίας, καθώς η ίδια υποστήριζε ότι πίσω από κάθε δόγμα κρυβόταν μια αρχαία, ενιαία παγκόσμια σοφία, η οποία είχε μεταδοθεί στην ανθρωπότητα από μια ιεραρχία ανώτερων, υπερεξελιγμένων πνευματικών οντοτήτων, τους Αναληφθέντες Διδασκάλους, οι οποίοι κατοικούσαν σε αόρατα επίπεδα ύπαρξης ή σε μυστικές, απρόσιτες περιοχές της Γης όπως το Θιβέτ και η Σαμπάλα, λειτουργώντας ως οι κρυφοί αρχιτέκτονες της ανθρώπινης βιολογικής και πνευματικής εξέλιξης.
Η Μπλαβάτσκυ εισήγαγε μια δαιδαλώδη κοσμολογία στη Μυστική Δοξασία, όπου μιλούσε για κοσμικές ιεραρχίες, αιθερικά σώματα και επτά φυλές-ρίζες που αναπτύσσονταν σε διαφορετικούς πλανητικούς κύκλους, παρουσιάζοντας τους πλανήτες του ηλιακού μας συστήματος όχι ως απλές πέτρες, αλλά ως ζωντανούς οργανισμούς που φιλοξενούσαν ζωικές αλυσίδες σε διαφορετικά στάδια πυκνότητας της ύλης, μια θεωρία που αργότερα επέκτεινε η Άλις Μπέιλι μέσα από την Εσωτερική Αστρολογία, όπου οι πλανήτες αντιμετωπίζονταν ως ενεργειακά κέντρα ενός γιγαντιαίου κοσμικού όντος και προφητευόταν η Εξωτερίκευση της Ιεραρχίας, δηλαδή η μελλοντική εποχή όπου οι Κοσμικοί Δάσκαλοι θα εμφανίζονταν ανοιχτά στη Γη για να σώσουν την ανθρωπότητα από την αυτοκαταστροφή, δίνοντας ουσιαστικά στους παλιούς αγγέλους και τους μυστικιστές διδασκάλους μια νέα διαστημική ταυτότητα.
Αυτή η μεταφυσική υποδομή τροφοδοτήθηκε παράλληλα από μια τεράστια έκρηξη στην αστρονομία του δέκατου ένατου αιώνα, η οποία έδωσε απτά αντικείμενα στη λαϊκή φαντασία, με κορυφαίο παράδειγμα τον μαθηματικό Urbain Le Verrier, ο οποίος μετά την επιτυχή ανακάλυψη του Ποσειδώνα το 1846 μέσω μαθηματικών υπολογισμών, πρότεινε το 1859 την ύπαρξη ενός άγνωστου, ενδο-ερμικού πλανήτη, του Ηφαιστείου, για να εξηγήσει τις ανωμαλίες στην τροχιά του Ερμή, μια επιστημονική υπόθεση που, αν και αργότερα καταρρίφθηκε από τη Γενική Θεωρία της Σχετικότητας του Άλμπερτ Αϊνστάιν, υιοθετήθηκε άμεσα από την Άλις Μπέιλι και τους εσωτεριστές ως ένας αόρατος, πνευματικός κόσμος ύψιστης σημασίας.
Την ίδια ακριβώς περίοδο, ο Γάλλος αστρονόμος Καμίλ Φλαμαριόν συνδύαζε την αυστηρή επιστημονική παρατήρηση με τον εκλαϊκευμένο μυστικισμό, υποστηρίζοντας στα βιβλία του τη μετανάστευση των ψυχών σε άλλους κατοικημένους κόσμους, ενώ ο Πέρσιβαλ Λόουελ, βασιζόμενος σε μια γλωσσική παρερμηνεία των παρατηρήσεων του Τζιοβάνι Σκιαπαρέλι για τις αυλακώσεις του Άρη, πείστηκε ότι έβλεπε ένα τεράστιο παγκόσμιο δίκτυο τεχνητών καναλιών στην αρειανή επιφάνεια, ισχυριζόμενος ότι ένας αρχαίος και υπερτεχνολογικός πολιτισμός πάλευε να επιβιώσει μεταφέροντας το λιωμένο νερό από τους πόλους προς τις διψασμένες ερήμους, μια επιστημονική ψευδαίσθηση που ρίζωσε βαθιά στη λαϊκή φαντασία και γέννησε τη σύγχρονη επιστημονική φαντασία.
Αν και ο Έιτς Τζι Γουέλς στον Πόλεμο των Κόσμων το 1898 παρουσίασε την αρειανή εισβολή ως το σκοτεινό αντίβαρο των φόβων της εποχής, ο Έντγκαρ Ράις Μπάροουζ μέσα από τη σειρά βιβλίων του για τον πλανήτη Μπαρσούμ, που ξεκίνησε το 1912, δημιούργησε έναν μυθολογικό Άρη με πεθαμένες θάλασσες και ερειπωμένες πόλεις, όπου οι κάτοικοι μετακινούνταν με ιπτάμενες λέμβους και επικοινωνούσαν τηλεπαθητικά, μια εικόνα που επηρέασε τόσο καθοριστικά τους μετέπειτα επαφικούς, ώστε οι περιγραφές τους να ταυτίζονται σχεδόν απόλυτα με τη λογοτεχνία του.
Την ίδια περίοδο, η λογοτεχνική φαντασία άνοιξε τα φτερά της για άγνωστους και φανταστικούς κόσμους πέρα από το ηλιακό μας σύστημα, με τον Ντέιβιντ Λίντσεϊ να γράφει το 1920 Το Ταξίδι στον Αρκτούρο, ένα έργο που χρησιμοποίησε το διαστημικό ταξίδι σε έναν μακρινό πλανήτη ως καθαρή μεταφυσική και φιλοσοφική αναζήτηση, ενώ ο διάσημος φιλόσοφος και συγγραφέας Όλαφ Στάπλεντον, με τα μνημειώδη έργα του Last and First Men το 1930 και Star Maker το 1937, περιέγραψε την εξέλιξη δισεκατομμυρίων ετών, τη γενετική τροποποίηση των ανθρώπων που μετανάστευσαν στον Άρη και την Αφροδίτη, και την ύπαρξη μιας συμπαντικής κοινότητας τηλεπαθητικά συνδεδεμένων πολιτισμών, προαναγγέλλοντας με εκπληκτική ακρίβεια την έννοια της Γαλαξιακής Συνομοσπονδίας πριν αυτή γίνει κεντρικό δόγμα των UFO.
Αυτή η πλούσια παραγωγή αναπαραγόταν μαζικά από τα αμερικανικά pulp περιοδικά της δεκαετίας του είκοσι έως του πενήντα, όπως το Amazing Stories του Hugo Gernsback, τα οποία διαμόρφωσαν ένα κοινό οπτικό και εννοιολογικό λεξιλόγιο, με αποκορύφωμα το Μυστήριο Σέιβερ το 1945 που απέδειξε ότι το κοινό δεν αναζητούσε απλώς μυθοπλασίες, αλλά διψούσε για μια νέα μορφή πίστης, ειδικά μετά την ανακάλυψη του Πλούτωνα από τον Κλάιντ Τόμπο το 1930, η οποία επέκτεινε τα σύνορα του γνωστού συστήματος και απέδειξε ότι ο ουρανός έκρυβε ακόμα πολλούς απρόβλεπτους κόσμους.
Όταν το 1947 ο Κένεθ Άρνολντ ανέφερε την πρώτη θέαση ιπτάμενων δίσκων, οι εκδότες και οι pulp μηχανισμοί ήταν ήδη έτοιμοι να μετατρέψουν το αεροδυναμικό φαινόμενο σε μια νέα παγκόσμια θρησκευτικότητα, η οποία βρήκε το απόλυτο καταλύτη της στο συλλογικό τραύμα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και στον τρόμο του Ψυχρού Πολέμου, καθώς η λάμψη της ατομικής βόμβας στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι αποκάλυψε το δαιμονικό πρόσωπο της επιστήμης, αποδεικνύοντας ότι ο άνθρωπος μπορούσε πλέον να μετατρέψει τον πλανήτη του σε μια νεκρή, ραδιενεργή έρημο.
Μέσα σε αυτή την υπαρξιακή ρωγμή διάχυτου φόβου εμφανίστηκαν οι Space Brothers, με τους επαφικούς να παρουσιάζουν τους εξωγήινους επισκέπτες όχι ως εχθρικά τέρατα, αλλά ως ηθικά και πνευματικά ανώτερους δασκάλους που παρακολουθούσαν με κοσμική αγωνία την πυρηνική απειλή της Γης, μεταφέροντας ένα κοσμικό ευαγγέλιο που απαιτούσε την παύση των δοκιμών, τον τερματισμό των πολέμων και την πνευματική ωρίμανση της ανθρωπότητας προκειμένου να γίνει δεκτή στη Γαλαξιακή Συνομοσπονδία.
Οι contactees λειτούργησαν ως οι νέοι προφήτες μιας τεχνολογικής εποχής, όπου οι ιπτάμενοι δίσκοι που αψηφούσαν τη γήινη αεροδυναμική έγιναν το ορατό τεκμήριο της ανώτερης γνώσης τους, προσφέροντας στον εγκλωβισμένο άνθρωπο του Ψυχρού Πολέμου μια σωτήρια εναλλακτική λύση, έναν από μηχανής θεό ντυμένο με ασημένια στολή που ερχόταν από τα άστρα για να αποτρέψει την αυτοκαταστροφή του είδους μας.
## Μέρος 2ο: Η Γεωγραφία των Space Brothers – Οι Πλανήτες, οι Πολιτισμοί και οι Ουτοπίες των Contactees
Αν το πρώτο μισό του εικοστού αιώνα γέννησε τη μεταφυσική, λογοτεχνική και πολιτισμική βάση πάνω στην οποία οικοδομήθηκε η νέα κοσμική πίστη, οι δεκαετίες του πενήντα και του εξήντα αποτέλεσαν τη χρυσή περίοδο κατά την οποία αυτή η αναδυόμενη μυθολογία απέκτησε μια πλήρη, λεπτομερή γεωγραφία, βιολογία και κοινωνική ταυτότητα. Οι πρωτοπόροι επαφικοί εκείνης της εποχής δεν περιορίζονταν πλέον στο να αναφέρουν μακρινές, αμφίβολες θεάσεις περίεργων φώτων ή αεροδυναμικών δίσκων στον ουρανό, αλλά δήλωναν με απόλυτη βεβαιότητα ότι είχαν περπατήσει μέσα σε εξωγήινες πόλεις, είχαν ξεναγηθεί σε μητρικά σκάφη, είχαν συνομιλήσει τηλεπαθητικά με τους κατοίκους άλλων κόσμων και είχαν ταξιδέψει σε σχεδόν όλους τους πλανήτες του ηλιακού μας συστήματος. Η ουφολογία εκείνης της πρώιμης περιόδου χαρακτηριζόταν από μια βαθιά, σχεδόν παιδική αισιοδοξία και δεν είχε ακόμη μολυνθεί από τα σκοτεινά, παρανοϊκά σύνδρομα των επόμενων δεκαετιών, καθώς δεν υπήρχαν αναφορές για βίαιες απαγωγές, ακρωτηριασμούς, μυστικές υπόγειες βάσεις, γενετικά πειράματα ή κυβερνητικές συνωμοσίες συγκάλυψης. Οι πρώτοι Διαστημικοί Αδελφοί εμφανίζονταν αποκλειστικά ως πνευματικοί εξερευνητές, κοσμικοί πρεσβευτές και ηθικοί καθοδηγητές μιας μεταπολεμικής ανθρωπότητας που αναζητούσε απεγνωσμένα τη σωτηρία από τον δικό της πυρηνικό εφιάλτη, και οι κόσμοι τους δεν είχαν καμία σχέση με τις δυστοπικές, μηχανιστικές μεγαλουπόλεις της μεταγενέστερης επιστημονικής φαντασίας, αλλά αποτελούσαν ουτοπίες απόλυτης αρμονίας όπου η τεχνολογική υπεροχή και η πνευματική φώτιση συνυπήρχαν χωρίς την παραμικρή σύγκρουση.
Η χαρτογράφηση αυτής της διαπλανητικής γεωγραφίας ξεκίνησε αναπόφευκτα από τους πιο κοντινούς και ορατούς γείτονες της Γης, με την Αφροδίτη να αναδεικνύεται στον πιο λαμπερό και σημαντικό κόσμο της πρώιμης ουφολογικής μυθολογίας. Πριν από τις διαστημικές αποστολές που αποκάλυψαν την πραγματική, κολασμένη φύση της, ο πλανήτης παρέμενε τυλιγμένος σε ένα πυκνό, αδιαπέραστο πέπλο λευκών σύννεφων, το οποίο λειτούργησε ως ο ιδανικός λευκός καμβάς για τις προβολές των επαφικών, με τον Τζορτζ Αντάμσκι να συγκλονίζει την παγκόσμια κοινή γνώμη το 1952, ισχυριζόμενος ότι συνάντησε στην έρημο Μοχάβι έναν Αφροδίτιο ονόματι Όρθον. Ο Αντάμσκι περιέγραψε την Αφροδίτη ως έναν πλανήτη αιώνιας άνοιξης και παραδεισένιας ομορφιάς, γεμάτο καταπράσινες κοιλάδες, θερμούς, ήρεμους ωκεανούς και τροπικά δάση που έλαμπαν κάτω από ένα διάχυτο, ιριδίζον φως, καθώς η πυκνή ατμόσφαιρα φιλτράριζε τις ακτίνες του ήλιου καταργώντας τις έντονες, απαιτητικές σκιές. Οι αφροδίτιες πόλεις δεν διέθεταν εργοστάσια ή βιομηχανική ρύπανση, αλλά αποτελούνταν από λευκές, κυκλικές, κρυστάλλινες κατασκευές και θόλους, αρμονικά ενταγμένες μέσα σε απέραντους κήπους και τρεχούμενα νερά. Οι ίδιοι οι κάτοικοι, που αποτέλεσαν το αρχέτυπο των σκανδιναβικών εξωγήινων, περιγράφονταν ως ψηλοί, συμμετρικοί, με μακριά ξανθά μαλλιά, καταγράλανα μάτια και μια σχεδόν αγγελική, εκτυφλωτική ομορφιά, οι οποίοι δεν γνώριζαν αρρώστιες, γηρατειά ή θάνατο με τη γήινη έννοια, ενώ η κοινωνία τους λειτουργούσε χωρίς κυβερνήσεις, στρατούς, νόμους ή οικονομικό ανταγωνισμό, βασιζόμενη αποκλειστικά στην τηλεπαθητική κατανόηση και την παγκόσμια αγάπη.
Σε πλήρη αντίθεση με την εύφορη Αφροδίτη, ο Άρης παρουσιαζόταν από τους επαφικούς ως ένας κόσμος απέραντης αρχαιότητας, γερασμένος και κουρασμένος, διατηρώντας σχεδόν αυτούσια τα στοιχεία από τις θεωρίες του Πέρσιβαλ Λόουελ και τη λογοτεχνία του Έντγκαρ Ράις Μπάροουζ. Ο Ντάνιελ Φράι, ένας μηχανικός που ισχυρίστηκε ότι επιβιβάστηκε σε ένα αρειανό σκάφος τηλεκατευθυνόμενο από μια εξωγήινη νοημοσύνη ονόματι Άλαν, περιέγραψε τον Άρης ως μια αχανή, κοκκινωπή έρημο όπου ένας εξαιρετικά πρακτικός και τεχνοκρατικός πολιτισμός έδινε μια διαρκή μάχη επιβίωσης ενάντια στην οικολογική παρακμή και την απώλεια της ατμόσφαιρας. Οι Αρειανοί, προκειμένου να προστατευτούν από την έντονη κοσμική ακτινοβολία και τις ακραίες θερμοκρασίες, είχαν εγκαταλείψει την επιφάνεια και είχαν οικοδομήσει μια εντυπωσιακή υπόγεια γεωγραφία, αποτελούμενη από γιγαντιαίες τεχνητές σπηλιές και πόλεις που φωτίζονταν από εσωτερικούς, τεχνητούς ήλιους. Η αρειανή κοινωνία ήταν οργανωμένη γύρω από την απόλυτη ενεργειακή αποτελεσματικότητα, με υπόγεια δίκτυα μαγνητικών σιδηροδρόμων υπερταχείας μετακίνησης και συστήματα ανακύκλωσης που άγγιζαν την τελειότητα, λειτουργώντας ως ένας αυστηρός, προειδοποιητικός καθρέφτης για τη Γη, καθώς το μήνυμα των Αρειανών ήταν ότι η δική τους περιβαλλοντική κρίση είχε προκληθεί εκατομμύρια χρόνια πριν από τη δική τους κακή χρήση της επιστήμης, προειδοποιώντας την ανθρωπότητα να μην επαναλάβει το ίδιο μοιραίο λάθος.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Χάουαρντ Μένγκερ, ο οποίος έφυγε από τη ζωή το 2009, αναδεικνύεται σε έναν από τους πιο αινιγματικούς και ενδιαφέροντες contactees της δεκαετίας του 1950, καθώς η δική του περίπτωση εισάγει μια απρόσμενη πολυπλοκότητα που ξεφεύγει από τα απλοϊκά σχήματα της εποχής. Ο Μένγκερ, αντίθετα με άλλους απόλυτους προφήτες της διαστημικής αδελφότητας, παραδεχόταν ανοιχτά ότι δεν καταλάβαινε πλήρως όλα όσα βίωνε, ενώ άφησε να εννοηθεί ότι πίσω από τις εμπειρίες του ίσως κρυβόταν κάτι πολύ πιο γήινο και σκοτεινό. Στις εικασίες του, οι περίφημοι «επισκέπτες» που συνάντησε μπορεί να μην προέρχονταν από τα άστρα, αλλά να αποτελούσαν μέλη μιας καλοπροαίρετης, εξαιρετικά προηγμένης και μυστικής γήινης ομάδας, η οποία χρησιμοποιούσε το προπέτασμα καπνού της εξωγήινης προέλευσης για λόγους ασφαλείας. Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά στη συνέντευξή του με τον ερευνητή Τίμοθι Γκουντ το 1978, είναι πολύ πιθανό αυτά τα όντα να μην επιθυμούν να γνωρίζουμε ότι κατοικούν ανάμεσά μας στον ίδιο πλανήτη, επιλέγοντας εσκεμμένα να μας αποπροσανατολίζουν με ιστορίες για την Αφροδίτη ή τον Άρη. Αυτή η ανατρεπτική ιδέα καταγράφεται ήδη από το 1959 στο βιβλίο του From Outer Space To You, όπου ο Μένγκερ σημειώνει ότι υπάρχουν διαστημικά σκάφη κατασκευασμένα από ανθρώπους της Γης, οι οποίοι βρίσκονται σε επικοινωνία και στην υπηρεσία οντοτήτων από άλλους πλανήτες, όντας άτομα με υψηλή πνευματική και επιστημονική επίγνωση των φυσικών νόμων. Αν υπήρχε ψήγμα αλήθειας σε αυτή τη θεώρηση, η εν λόγω μυστική κοινότητα θα ήταν υποχρεωμένη να λειτουργεί με μεθόδους που θυμίζουν κλασικές υπηρεσίες πληροφοριών, επιστρατεύοντας τεχνικές ήπιας εξαπάτησης και συνθηματικά για να διαφυλάξει την ανωνυμία της.
Ενδείξεις μιας τέτοιας κατασκοπευτικής δομής αφθονούν στην ιστορία του Μένγκερ, με τις επαφές του να χρησιμοποιούν συστηματικά κωδικές λέξεις αναγνώρισης. Στο βιβλίο The Song of Saturn (1968), η σύζυγός του, Κόνι Μένγκερ, περιγράφει μια τυχαία αλλά άκρως αποκαλυπτική συνάντηση του Χάουαρντ με έναν από τους επισκέπτες στο τοπικό ταχυδρομείο, κατά την οποία ο ξένος του ψιθύρισε χαμογελώντας μια ειδική κωδική λέξη, την οποία ο Μένγκερ αναγνώρισε αμέσως ως μέσο αναγνώρισης μεταξύ φίλων και πρακτόρων των διαπλανητικών επισκεπτών. Το παράδοξο είναι ότι ο γνωστός contactee Τζορτζ Βαν Τάσελ, στο περιοδικό του Proceedings (Φεβρουάριος-Μάρτιος 1957), επιβεβαίωσε εν μέρει την αυθεντικότητα αυτής της μυστικής γλώσσας, δηλώνοντας ότι κατά τη δική του επαφή με τέσσερις άνδρες που προσγειώθηκαν στο Giant Rock το 1953, του παραδόθηκε ένα συγκεκριμένο λεκτικό «κλειδί» για να ξεχωρίζει τους γνήσιους από τους ψεύτικους επαφικούς, και ο Χάουαρντ Μένγκερ χρησιμοποίησε τις λέξεις αυτού του κλειδιού με απόλυτη ακρίβεια. Παρά τη μοναδικότητα της περίπτωσης, κανένας Αμερικανός ουφολόγος ή δημοσιογράφος δεν προχώρησε σε μια σε βάθος, συστηματική μελέτη των εμπειριών του. Η συλλογή εγγράφων και η προσωπική αλληλογραφία με τον ψυχίατρο Δρ. Μπέρθολντ Σβαρτς κατά τη δεκαετία του '80 —ο οποίος γνώριζε προσωπικά το ζεύγος Μένγκερ— οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι η υπόθεση αυτή απέχει πολύ από το να είναι μια ξεκάθαρη ή ασπρόμαυρη ιστορία, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο ο Μένγκερ να υπήρξε, εν αγνοία του, το αντικείμενο ενός εξεζητημένου κοινωνιολογικού πειράματος που διεξήγαγε το ίδιο το Πεντάγωνο κατά τις απαρχές του Ψυχρού Πολέμου.
Παρ' όλα αυτά, στην επίσημη μυθολογία που παρουσίαζε στο κοινό, ο Μένγκερ δεν παρέλειψε να περιγράψει και μια άκρως εντυπωσιακή εικόνα για τον Κρόνο. Στις αφηγήσεις του, ο Κρόνος δεν ήταν ένας αφιλόξενος αέριος γίγαντας, αλλά το πνευματικό πανεπιστήμιο του ηλιακού συστήματος, ένας κόσμος με κρυστάλλινες πεδιάδες, λαμπερά ορυκτά και ενεργειακές θάλασσες φωσφορίζοντος υγρού, όπου οι περίφημοι δακτύλιοί του λειτουργούσαν ως ένας γιγαντιαίος κοσμικός καθρέφτης που διέχεε το φως σε ολόκληρο τον ουρανό, δημιουργώντας μόνιμα, πολύχρωμα σέλαα απαράμιλλης ομορφιάς. Οι κάτοικοι του Κρόνου περιγράφονταν ως σοφοί γέροντες με λευκούς χιτώνες και μακριές γενειάδες, που θύμιζαν έντονα τους αρχαίους φιλοσόφους, αφιερωμένοι αποκλειστικά στον βαθύ διαλογισμό, τη θεραπευτική μουσική των συχνοτήτων και τη φύλαξη των συμπαντικών αρχείων γνώσης. Την ίδια στιγμή, ο Δίας φανταζόταν ως το απόλυτο διοικητικό και πολιτικό κέντρο της Διαπλανητικής Συνομοσπονδίας, ένας μεγαλοπρεπής πλανήτης όπου συνεδρίαζε το Μεγάλο Συμβούλιο των Ανώτερων Όντων προκειμένου να επιβλέπει την ισορροπία του συστήματος και να αναλύει με ανησυχία τις πυρηνικές δραστηριότητες της Γης. Οι Διοί παρουσιάζονταν ως μεγαλόσωμα, επιβλητικά όντα με σχεδόν βιβλική, πατριαρχική παρουσία, οι οποίοι ζούσαν σε μια μετα-σπάνια κοινωνία αφθονίας, όπου η παραγωγή όλων των απαραίτητων αγαθών γινόταν μέσω ενεργειακών υλικοποιητών ύλης, καταργώντας κάθε έννοια χειρωνακτικής εργασίας, ιδιοκτησίας και οικονομικού ανταγωνισμού, αντανακλώντας ξεκάθαρα τις μεταπολεμικές αμερικανικές φαντασιώσεις για μια αυτοματοποιημένη κοινωνία που θα απελευθέρωνε τον άνθρωπο από τον μόχθο.
Ωστόσο, η ουφολογική γεωγραφία δεν περιορίστηκε μόνο στους πλανήτες που κατέγραφε η επίσημη αστρονομία, αλλά ενσωμάτωσε και μια σειρά από χαμένους, κρυφούς ή υποθετικούς κόσμους που επιβίωναν στα περιθώρια του αποκρυφισμού και των αρχαίων παραδόσεων. Ο Τρούμαν Μπέθουρουμ, για παράδειγμα, ισχυρίστηκε το 1952 ότι ήρθε σε επαφή με τον πολιτισμό του πλανήτη Κλαριόν, έναν κόσμο που παρέμενε μόνιμα αόρατος από τα γήινα τηλεσκόπια επειδή βρισκόταν σε τροχιά ακριβώς πίσω από τον Ήλιο, αποτελώντας μια σύγχρονη αναβίωση της πυθαγόρειας Αντίχθονος. Ο Μπέθουρουμ περιέγραψε τον Κλαριόν, υπό τη διακυβέρνηση μιας πανέμορφης γυναίκας-αρχηγού, της καπετάνισσας Αούρα Ρέινες, ως μια χριστιανική, βαθιά θρησκευόμενη ουτοπία όπου δεν υπήρχαν αμαρτίες, διαζύγια ή πολιτικές διαφωνίες, και οι κάτοικοί του ζούσαν σε απόλυτη ευτυχία, αποδεικνύοντας πώς οι προσωπικές, συντηρητικές αξίες της αμερικανικής επαρχίας της δεκαετίας του πενήντα μπορούσαν να προβληθούν στο διάστημα ως ένα συμπαντικό πρότυπο. Παράλληλα, αναπτύχθηκαν θεωρίες για τον πλανήτη Φαέθοντα ή Τιάματ, έναν υποθετικό κόσμο που υποτίθεται ότι υπήρχε κάποτε ανάμεσα στον Άρη και τον Δία και καταστράφηκε ολοκληρωτικά λόγω ενός τρομακτικού πυρηνικού πολέμου μεταξύ των κατοίκων του, δημιουργώντας τη σημερινή Ζώνη των Αστεροειδών, μια τραγική κοσμική ιστορία που χρησιμοποιήθηκε από τους επαφικούς ως η απόλυτη προειδοποίηση για τη μοίρα που περίμενε τη Γη αν δεν σταματούσε τον δικό της εξοπλιστικό ανταγωνισμό.
Στις παρυφές αυτής της μεταφυσικής χαρτογράφησης, η γεωγραφία των contactees απέκτησε ακόμη πιο εξεζητημένες και ποιητικές διαστάσεις μέσα από τις εμπειρίες λιγότερο γνωστών, αλλά εξαιρετικά επιδραστικών μορφών. Ο Όρφεο Αντζελούτσι, ένας ευαίσθητος εργάτης αεροναυπηγικής που ισχυρίστηκε ότι ήρθε σε επαφή με κοσμικές οντότητες το 1953, εισήγαγε το αρχέτυπο μιας «αιθερικής γεωγραφίας» με την περιγραφή ενός ανώνυμου, μητρικού κόσμου. Αυτός ο κόσμος δεν διέθετε στερεό έδαφος, ωκεανούς ή βουνά με τη γήινη έννοια, αλλά αποτελούνταν από πλωτά, φωτεινά νησιά κατασκευασμένα από συμπυκνωμένο, ημιδιαφανές φως, τα οποία έπλεαν αιώνια μέσα σε μια πολύχρωμη, λαμπερή ατμόσφαιρα. Οι κάτοικοί του δεν περπατούσαν, αλλά γλιστρούσαν πάνω σε μαγνητικά ρεύματα ενέργειας, ενώ η αρχιτεκτονική τους αποτελούνταν από ρευστά οικοδομήματα που άλλαζαν σχήμα και χρώμα ανάλογα με τη συλλογική συναισθηματική κατάσταση των παρευρισκόμενων. Η γεωγραφία του Αντζελούτσι ήταν ουσιαστικά μια πνευματική Εδέμ, ένας κόσμος καθαρής ενέργειας που βρισκόταν σε υψηλότερη δονητική συχνότητα, προσφέροντας μια διέξοδο από την υλική βαρύτητα και τη θνητότητα.
Λίγα χρόνια αργότερα, κατά τη δεκαετία του '60, η υπόθεση του Φράνκλιν Άλμπερτ και η περιγραφή του πλανήτη Κέλο προσέφεραν ένα εντελώς διαφορετικό γεωγραφικό μοντέλο, βασισμένο στην απόλυτη περιβαλλοντική και κοινωνική μηχανική. Ο Κέλο περιγράφηκε ως ένας κόσμος με τεχνητά ρυθμιζόμενο κλίμα, όπου η φύση είχε δαμαστεί πλήρως προς όφελος της παγκόσμιας αρμονίας. Ο πλανήτης δεν διέθετε ωκεανούς ή ανεξέλεγκτα καιρικά φαινόμενα, αλλά διεσχίζετο από ένα τεράστιο, ενιαίο και συμμετρικό δίκτυο γεωθερμικών ποταμών και καναλιών, το οποίο λειτουργούσε ως το κυκλοφορικό σύστημα του πλανήτη, διανέμοντας θερμότητα και ενέργεια σε κάθε γωνιά της επιφάνειας. Οι πόλεις του Κέλο ήταν χτισμένες κάθετα, εκτεινόμενες ταυτόχρονα βαθιά κάτω από το έδαφος και ψηλά στον ουρανό μέσα σε κυλινδρικούς πύργους, έτσι ώστε να μην αλλοιώνεται η γεωλογική δομή του πλανήτη και να παραμένει η επιφάνεια ελεύθερη για μια προσεκτικά σχεδιασμένη γεωργία και τεχνητά δάση.
Καθώς όμως οι δεκαετίες περνούσαν και η σκληρή επιστημονική πραγματικότητα των διαστημικών προγραμμάτων άρχισε να αποδεικνύει ότι το ηλιακό μας σύστημα ήταν ένα βιολογικά νεκρό και αφιλόξενο περιβάλλον, η ουφολογική γεωγραφία βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα βαθύ υπαρξιακό σοκ. Οι φωτογραφίες από τις αποστολές Mariner της NASA και τα σοβιετικά σκάφη Venera έδειξαν μια Αφροδίτη-κολαστήριο με θειικό οξύ και έναν Άρη παγωμένο και έρημο, διαψεύδοντας παταγωδώς τις παραδείσιες αφηγήσεις των πρώτων contactees. Προκειμένου να επιβιώσει η μυθολογία από την επιστημονική κατάρρευση, η κοινότητα των πιστών αναγκάστηκε να αλλάξει ρότα και να αναδιαμορφώσει ριζικά τη θεωρία της. Η γεωγραφία μετατράπηκε από «υλική» σε «πολυδιαστατική». Οι επαφικοί άρχισαν να ισχυρίζονται ότι οι προηγμένοι πολιτισμοί της Αφροδίτης και του Άρη δεν υπήρχαν στην τρισδιάστατη, φυσική πραγματικότητα που μπορούσαν να καταγράψουν τα γήινα όργανα, αλλά ανθούσαν στο «αιθερικό» ή «αστρικό» επίπεδο των ίδιων πλανητών, σε μια υψηλότερη διάσταση που παρέμενε αόρατη για την υλιστική επιστήμη.
Ταυτόχρονα, η γεωγραφική φαντασία αναγκάστηκε να μεταναστεύσει βαθύτερα μέσα στο σύμπαν, στρέφοντας την προσοχή της προς τα μακρινά άστρα που παρέμεναν ακόμη απρόσιτα για την άμεση επιστημονική επίβλεψη. Σε αυτή τη νέα, μεταβατική φάση της δεκαετίας του εβδομήντα, κυρίαρχη φιγούρα αναδείχθηκε ο Ελβετός Μπίλι Μάιερ, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι ήρθε σε επαφή με τους Plejaren, έναν υπερεξελιγμένο πολιτισμό από τις Πλειάδες, και συγκεκριμένα από τον πλανήτη Έρρα. Η Έρρα περιγραφόταν ως ένας κόσμος που αντανακλούσε πλήρως το οικολογικό, ειρηνιστικό και αντι-βιομηχανικό πνεύμα της New Age κουλτούρας εκείνης της εποχής, με μια ατμόσφαιρα καθαρή, ήπιο κλίμα και πόλεις που δεν αποτελούνταν από τσιμεντένιες δομές, αλλά από αρμονικούς, κρυστάλλινους θόλους διάσπαρτους μέσα σε απέραντα δάση. Οι Plejaren ζούσαν χωρίς χρήματα, η κοινωνία τους ήταν πλήρως αυτοματοποιημένη μέσω ρομποτικών συστημάτων και η πνευματική εξέλιξη, η τηλεπάθεια και η κατανόηση των συμπαντικών νόμων της δημιουργίας αποτελούσαν τον μοναδικό στόχο της ύπαρξής τους, μετατρέποντας τις Πλειάδες στη νέα, μακρινή Εδέμ της διαστημικής εποχής.
Αυτή η τάση για λεπτομερή χαρτογράφηση μακρινών συστημάτων κορυφώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του '80 με την περίπτωση του Μισέλ Ντεμαρκέ, ο οποίος στο βιβλίο του περιέγραψε ένα από τα πιο ολοκληρωμένα γεωγραφικά οδοιπορικά στην ιστορία της ουφολογίας. Ο Ντεμαρκέ ισχυρίστηκε ότι μεταφέρθηκε αρχικά στον πλανήτη Μπακαρατίνι του αστερισμού του Κενταύρου και στη συνέχεια στον πλανήτη Θιάοουμπα. Η γεωγραφία του Θιάοουμπα περιγράφηκε ως ένας κόσμος απαράμιλλου οπτικού μεγαλείου, ο οποίος φωτιζόταν από ένα διπλό ηλιακό σύστημα. Η παρουσία των δύο ήλιων καταργούσε το σκοτάδι, προκαλώντας το μοναδικό φαινόμενο των «άχρωμων νυχτών», όπου ο ουρανός έπαιρνε μια βαθιά χρυσή και ιώδη απόχρωση. Οι ήπειροί του ήταν γεμάτοι από μια οργιώδη χλωρίδα, με φυτά και δέντρα που διέθεταν μια πρωτόγνωρη ιδιότητα: άλλαζαν χρώμα και εξέπεμπαν απαλούς μουσικούς τόνους ανάλογα με τα συναισθήματα και την αύρα των πλασμάτων που τα πλησίαζαν. Οι πόλεις του Θιάοουμπα δεν διέθεταν δρόμους ή οχήματα, καθώς οι κάτοικοι χρησιμοποιούσαν ατομικές συσκευές αντιβαρύτητας, και η αρχιτεκτονική τους βασιζόταν σε γιγαντιαία, αυγοειδή οικοδομήματα (Tholos) φτιαγμένα από έναν ζωντανό κρύσταλλο που φίλτραρε το κοσμικό φως, ενισχύοντας τις θεραπευτικές και πνευματικές ιδιότητες των ενοίκων.
Σε πλήρη αντίθεση με τον μυστικιστικό και οικολογικό χαρακτήρα της Έρρα ή του Θιάοουμπα, η μυστηριώδης υπόθεση του Ούμμο, που συγκλόνισε την Ισπανία και τη Γαλλία από τα τέλη της δεκαετίας του εξήντα, εισήγαγε ένα εντελώς διαφορετικό πολιτισμικό αρχέτυπο, αυτό του απόλυτου επιστημονικού ορθολογισμού. Οι υποτιθέμενοι εξωγήινοι από τον πλανήτη Ούμμο, που βρισκόταν σε τροχιά γύρω από το άστρο Βολφ 424, δεν εμφανίστηκαν μέσω θεαματικών συναντήσεων στην έρημο, αλλά μέσω εκατοντάδων πυκνογραμμένων επιστολών που ταχυδρομούσαν σε επιλεγμένους γήινους επιστήμονες και διανοούμενους, γεμάτων με περίπλοκα μαθηματικά μοντέλα, τεχνικές περιγραφές και κοινωνιολογικές αναλύσεις. Ο πλανήτης Ούμμο περιγραφόταν ως ένας σκληρός κόσμος με επίπεδες πεδιάδες, εξαιρετικά πυκνή ατμόσφαιρα και βίαιες ηλεκτρικές καταιγίδες, όπου ο πολιτισμός είχε οργανωθεί με βάση μια αυστηρή, τεχνοκρατική δομή. Η κοινωνία των Ummites χαρακτηριζόταν από την απόλυτη συλλογικότητα, την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας και τη διακυβέρνηση από έναν κεντρικό υπολογιστή που ανέλυε τις ανάγκες του πληθυσμού, θυμίζοντας μια εξιδανικευμένη, λογική εκδοχή μιας σοσιαλιστικής ουτοπίας, απογυμνωμένης όμως από κάθε μεταφυσικό συναίσθημα.
Η τελική και πιο σκοτεινή στροφή αυτής της διαστρικής γεωγραφίας σημειώθηκε με την εμφάνιση της υπόθεσης του Project Serpo, μιας μεταγενέστερης αφήγησης που ισχυριζόταν ότι περιέγραφε ένα μυστικό πρόγραμμα στρατιωτικής ανταλλαγής μεταξύ της αμερικανικής κυβέρνησης και των κατοίκων του πλανήτη Σέρπο, στο αστρικό σύστημα του Ζήτα Δικτύου. Οι Ebens, οι κάτοικοι του Σέρπο, δεν ήταν πλέον οι όμορφοι, ξανθοί και αγγελικοί Διαστημικοί Αδελφοί του παρελθόντος, αλλά μικρόσωμα, γκρίζα όντα με τεράστια μάτια και εντελώς μη ανθρώπινη, ξένη βιολογία, προαναγγέλλοντας την έλευση των Greys που θα κυριαρχούσαν στη σύγχρονη ουφολογία. Ο ίδιος ο πλανήτης Σέρπο περιγραφόταν ως ένας σκληρός, άνυδρος και γεωλογικά εξαντλημένος κόσμος, που φωτιζόταν από δύο ήλιους, όπου η ζωή ήταν μια διαρκής, αυστηρά ελεγχόμενη διαδικασία επιβίωσης.
Εδώ, το πολιτισμικό κλίμα είχε αλλάξει οριστικά, καθώς η αισιοδοξία των φωτεινών κοσμικών σωτήρων είχε δώσει τη θέση της σε μια ψυχρή, στρατιωτική και γραφειοκρατική διπλωματία. Όλοι αυτοί οι κόσμοι, από την τροπική Αφροδίτη και τον υπόγειο Άρη μέχρι την αιθερική γεωγραφία του Αντζελούτσι, τον γεωθερμικό Κέλο, την οικολογική Έρρα, τον φωτεινό Θιάοουμπα, τον ορθολογικό Ούμμο και τον στρατιωτικοποιημένο Σέρπο, αποδεικνύουν ότι οι contactees δεν δημιουργούσαν μια ενιαία, αντικειμενική αλήθεια, αλλά παρήγαγαν πολλαπλά πολιτισμικά αρχέτυπα και ψυχολογικές προβολές, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα της κοσμολογίας για να περιγράψουν εναλλακτικές, εξιδανικευμένες ή προειδοποιητικές εκδοχές της ίδιας της ανθρώπινης κοινωνίας.
## Μέρος 3ο: Η Ψυχολογία και η Κοινωνιολογία της Επαφής – Η Μεταμόρφωση του Μύθου στον Ψυχρό Πόλεμο
Η διαμόρφωση της κοσμολογικής γεωγραφίας από τους επαφικούς των δεκαετιών του πενήντα και του εξήντα δεν υπήρξε ένα απομονωμένο φαινόμενο αυθόρμητης λογοτεχνικής δημιουργίας, αλλά η άμεση έκφραση ενός συλλογικού ψυχικού τραύματος που προκάλεσε η έλευση της πυρηνικής εποχής και η ισορροπία του τρόμου. Για να κατανοήσουμε το βάθος και την κοινωνιολογική επίδραση των κινημάτων των contactees, είναι απαραίτητο να αναλύσουμε τον τρόπο με τον οποίο το αρχέτυπο του «Διαστημικού Αδελφού» λειτούργησε ως ένας σύγχρονος, εκκοσμικευμένος μεσσίας για μια ανθρωπότητα που ένιωθε ότι βρισκόταν στο χείλος του απόλυτου αφανισμού. Οι ρίζες αυτής της ψυχολογικής ανάγκης, ωστόσο, δεν βρίσκονταν αποκλειστικά στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων για τις πυρηνικές δοκιμές στην ατόλη Μπικίνι, αλλά εκτείνονταν βαθιά στο παρελθόν του δυτικού αποκρυφισμού.
Υπάρχει μια ευθεία, σχεδόν γραμμική γενεαλογική σύνδεση ανάμεσα στα κινήματα των πρώτων contactees και τον Θεοσοφισμό που ίδρυσε η Μαντάμ Μπλαβάτσκυ στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα. Οι «Διαστημικοί Αδελφοί» της μεταπολεμικής περιόδου δεν ήταν τίποτα περισσότερο από τους περίφημους «Αναληφθέντες Διδασκάλους» (Ascended Masters) της θεοσοφικής παράδοσης —όπως ο Koot Hoomi ή ο Μmaster El Morya— οι οποίοι απογυμνώθηκαν από τους ανατολικούς μυστικιστικούς χιτώνες τους και ενδύθηκαν τη στολή του αστροναύτη. Η πνευματική ιεραρχία που κάποτε υποτίθεται ότι κατοικούσε στα απρόσιτα υψίπεδα του Θιβέτ ή της μυθικής Σαμπάλα, μετατοπίστηκε, λόγω της τεχνολογικής προόδου, στις κρυστάλλινες πεδιάδες της Αφροδίτης και στα υπόγεια καταφύγια του Άρη. Η ψυχολογική ανάγκη παρέμεινε η ίδια: η αναζήτηση μιας ανώτερης, κρυφής κάστας πάνσοφων οδηγών που επιβλέπουν την ανθρώπινη εξέλιξη και παρεμβαίνουν σε στιγμές κρίσης για να αποτρέψουν την καταστροφή.
Αυτή η μετατόπιση της μεταφυσικής πίστης στο διάστημα αποτυπώθηκε με ανάγλυφο τρόπο στις εσωτερικές κοινωνικές δομές των κινημάτων που αναπτύχθηκαν γύρω από τους χαρισματικούς επαφικούς. Το πιο εμβληματικό παράδειγμα αυτής της θεσμοποίησης υπήρξαν τα ετήσια Spacecraft Conventions στο Giant Rock της Καλιφόρνιας, τα οποία διοργάνωνε ο Τζορτζ Βαν Τάσελ. Αυτές οι συγκεντρώσεις στην καρδιά της ερήμου δεν αποτελούσαν απλές συναντήσεις φίλων της επιστημονικής φαντασίας, αλλά λειτουργούσαν ως τα μεγάλα, υπαίθρια προσκυνηματικά κέντρα μιας αναδυόμενης κοσμικής θρησκείας. Χιλιάδες άνθρωποι ταξίδευαν εκεί, στήνοντας σκηνές κάτω από τον έναστρο ουρανό, για να ακούσουν ζωντανά τις τηλεπαθητικές διοχετεύσεις (channeling) οντοτήτων όπως ο Ashtar —ο υποτιθέμενος διοικητής του διαστρικού στόλου της Γαλαξιακής Συνομοσπονδίας— και να νιώσουν μέλη μιας εκλεκτής, φωτισμένης κοινότητας.
Κοινωνιολογικά, το προφίλ των πιστών εκείνης της περιόδου καταρρίπτει το περιθωριακό στερεότυπο του ψυχικά διαταραγμένου ή κοινωνικά αποκλεισμένου ατόμου. Στην πλειονότητά τους, οι οπαδοί των contactees ήταν νοικοκυραίοι της λευκής, αμερικανικής μεσοαστικής τάξης, άνθρωποι συντηρητικοί και θρησκευόμενοι που ένιωθαν, ωστόσο, βαθιά αποξενωμένοι από την ταχύτατη αστικοποίηση, την εκβιομηχάνιση και την ψυχρή, ορθολογική γραφειοκρατία του μεταπολεμικού κράτους. Στο πρόσωπο των Διαστημικών Αδελφών, οι οποίοι κήρυτταν μια παγκόσμια κοινωνία χωρίς σύνορα, χωρίς στρατούς και χωρίς οικονομικό ανταγωνισμό, οι άνθρωποι αυτοί έβρισκαν μια θεραπευτική διέξοδο. Η γεωγραφία των εξωγήινων πλανητών, έτσι όπως την περιέγραφαν οι επαφικοί, λειτουργούσε ως μια άμεση ψυχολογική αντίδραση απέναντι στα γεωπολιτικά σύνορα του Ψυχρού Πολέμου, στο Σιδηρούν Παραπέτασμα και στον πνιγηρό κοινωνικό έλεγχο του Μακαρθισμού. Ήταν η προβολή μιας απόλυτης ουτοπίας ελευθερίας για μια κοινωνία που ζούσε υπό το βάρος μιας διαρκούς υπαρξιακής φυλακής.
Η δυναμική αυτών των κλειστών ομάδων πίστης και ο τρόπος με τον οποίο η ψυχολογία των μελών τους αντιμετώπιζε τη διάψευση, αποτέλεσε το αντικείμενο μιας από τις πιο σημαντικές μελέτες στην ιστορία της σύγχρονης κοινωνιολογίας. Το 1954, ο κοινωνικός ψυχολόγος Leon Festinger και οι συνεργάτες του Henry Riecken και Stanley Schachter διείσδυσαν μυστικά στην ομάδα της επαφικής Dorothy Martin, η οποία εμφανιζόταν στη βιβλιογραφία με το ψευδώνυμο Marian Keech. Η Martin ισχυριζόταν ότι λάμβανε γραπτά μηνύματα μέσω αυτόματης γραφής από ανώτερες οντότητες του πλανήτη Κλάριον, οι οποίες την προειδοποίησαν ότι ένας παγκόσμιος, καταστροφικός κατακλυσμός θα αφάνιζε τη Γη πριν από την αυγή της 21ης Δεκεμβρίου 1954. Το μήνυμα διαβεβαίωνε τους πιστούς ότι ένας ιπτάμενος δίσκος θα προσγειωνόταν τα μεσάνυχτα στην αυλή της Martin για να διασώσει τα μέλη της ομάδας που είχαν εγκαταλείψει τις δουλειές τους, τις οικογένειές τους και κάθε υλικό αγαθό.
Όταν το ρολόι σήμανε μεσάνυχτα και, όπως ήταν φυσικό, κανένα διαστημόπλοιο δεν εμφανίστηκε και κανένας κατακλυσμός δεν συνέβη, οι ψυχολόγοι έγιναν μάρτυρες ενός παράδοξου φαινομένου. Αντί η ομάδα να διαλυθεί και να αναγνωρίσει την απάτη, η Martin έλαβε ένα νέο «μήνυμα» που εξηγούσε ότι ο Θεός της Γης αποφάσισε να σώσει τον πλανήτη από την καταστροφή χάρη στην απαράμιλλη πίστη και το φως αυτής της μικρής ομάδας. Αυτή η εμπειρία οδήγησε τον Festinger στη διατύπωση της περίφημης θεωρίας της **Γνωστικής Ασυμφωνίας** (Cognitive Dissonance), αποδεικνύοντας ότι όταν μια βαθιά ριζωμένη πίστη έρχεται αντιμέτωπη με τη σκληρή, διαψευστική πραγματικότητα, το ανθρώπινο μυαλό προτιμά να παραμορφώσει την πραγματικότητα παρά να γκρεμίσει το οικοδόμημα της πίστης του. Οι contactees και οι οπαδοί τους δεν αναζητούσαν αποδείξεις, αλλά μια επιβεβαίωση της εσωτερικής τους ανάγκης για νόημα.
Αυτή η ασταθής ισορροπία μεταξύ πίστης και πραγματικότητας έγινε ακόμα πιο περίπλοκη λόγω της άμεσης, αν και παρασκηνιακής, παρέμβασης του κρατικού μηχανισμού των Ηνωμένων Πολιτειών. Η περίπτωση του Χάουαρντ Μένγκερ και οι δικές του εικασίες ότι αποτελούσε το αντικείμενο ενός κοινωνιολογικού πειράματος του Πενταγώνου δεν ήταν προϊόν μιας απλής καταδίωξης, αλλά άγγιζαν μια πολύ πραγματική και τεκμηριωμένη ιστορική αλήθεια. Τον Ιανουάριο του 1953, η CIA συγκρότησε μια ειδική επιστημονική επιτροπή υπό την προεδρία του φυσικού Howard P. Robertson, γνωστή στην ιστορία ως **Robertson Panel**. Το βασικό συμπέρασμα αυτής της επιτροπής δεν αφορούσε τον κίνδυνο μιας εξωγήινης εισβολής, αλλά τον κίνδυνο που διέτρεχε η ίδια η εθνική ασφάλεια από τη μαζική υστερία και τα κινήματα των contactees. Η επιτροπή Robertson Panel αποφάσισε ότι το φαινόμενο των UFO έπρεπε να «απομυθοποιηθεί» (debunked) συστηματικά μέσα από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, τις ταινίες και την ψυχαγωγία, καθώς ο τεράστιος όγκος αναφορών από αφελείς πολίτες θα μπορούσε, σε μια κρίσιμη στιγμή ψυχροπολεμικής έντασης, να μπλοκάρει τα στρατιωτικά κανάλια επικοινωνίας και τα συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης της αεράμυνας, επιτρέποντας στους Σοβιετικούς να εξαπολύσουν ένα αιφνιδιαστικό πλήγμα.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι μυστικές υπηρεσίες άρχισαν να παρακολουθούν στενά και να διεισδύουν στα κινήματα των contactees. Άνθρωποι όπως ο Βαν Τάσελ και ο Μένγκερ έγιναν αντικείμενο φακέλων του FBI, όχι επειδή οι πράκτορες πίστευαν στις πτήσεις προς την Αφροδίτη, αλλά επειδή τα πασιφιστικά, αντιπολεμικά μηνύματα των Space Brothers, που καλούσαν τη Γη σε άμεσο πυρηνικό αφοπλισμό, θεωρούνταν επικίνδυνα για το ηθικό της χώρας και ύποπτα για υπόγεια χρηματοδότηση ή καθοδήγηση από τη Μόσχα. Επιπλέον, η ουφολογική φιλολογία προσέφερε το ιδανικό προπέτασμα καπνού για την κάλυψη των δοκιμών άκρως απόρρητων στρατιωτικών προγραμμάτων στην Area 51, όπως το κατασκοπευτικό αεροσκάφος U-2 και το μετέπειτα υπερηχητικό OXCART (SR-71). Αν οι πολίτες έβλεπαν ένα παράξενο, λάμποντας αντικείμενο να πετά με απίστευτη ταχύτητα στα 70.000 πόδια και πίστευαν ότι ήταν σκάφος από τον Κρόνο, η κυβέρνηση δεν είχε κανέναν λόγο να τους διαψεύσει. Αντίθετα, ενθάρρυνε έμμεσα αυτές τις δοξασίες, χρησιμοποιώντας τους contactees ως ακούσια πιόνια σε ένα ευρύτερο παιχνίδι ψυχολογικού πολέμου και στρατιωτικής συγκάλυψης.
Η ψυχολογική πίεση που ασκούσε αυτό το διαρκές, αόρατο παιχνίδι των αντικατασκόπων, σε συνδυασμό με τη σταδιακή απώλεια του ελέγχου πάνω στην ίδια τους την αφήγηση, οδήγησε πολλούς επαφικούς σε βαθιές υπαρξιακές κρίσεις. Ο ίδιος ο Χάουαρντ Μένγκερ, σε μεταγενέστερες τηλεοπτικές και γραπτές παρεμβάσεις του, αποστασιοποιήθηκε εν μέρει από την κυριολεκτική, υλική ερμηνεία των εμπειριών του. Παραδέχτηκε ανοιχτά ότι οι πανέμορφοι επισκέπτες που τον πλησίαζαν μπορεί να μην ήταν κάτοικοι άλλων πλανητών, αλλά μέλη μιας μυστικής στρατιωτικής υπηρεσίας που του έκαναν πλύση εγκεφάλου, ή ακόμα και προβολές στοχαστικών εννοιών μέσω εξεζητημένων τεχνικών υποβολής. Αυτή η δραματική μεταστροφή αποκαλύπτει το βαρύ ψυχικό και συναισθηματικό κόστος της έκθεσης στη δημοσιότητα εκείνης της περιόδου, όπου η γραμμή μεταξύ της προσωπικής εμπειρίας, της απάτης, της αυταπάτης και της κρατικής χειραγώγησης παρέμενε απελπιστικά θολή.
Καθώς η δεκαετία του '60 έφτανε στο τέλος της και η ανθρωπότητα εισήλθε στη δεκαετία του '70, το κοινωνικοπολιτικό κλίμα στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε ολόκληρο τον δυτικό κόσμο άλλαξε ριζικά και δραματικά. Η αθωότητα, η παιδική αισιοδοξία και η πίστη στην αέναη μεταπολεμική ανάπτυξη γκρεμίστηκαν από τα ανεξίτηλα τραύματα του πολέμου του Βιετνάμ, τις πολιτικές δολοφονίες του Τζον Κένεντι και του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, και τη βαθιά θεσμική απαξίωση που προκάλεσε το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ. Η καθολική απώλεια εμπιστοσύνης των πολιτών προς την κυβέρνηση, τον στρατό και την επίσημη επιστήμη αντανακλάστηκε άμεσα και με απόλυτη ακρίβεια στην εξέλιξη του ουφολογικού μύθου, αλλάζοντας οριστικά τη δομή του.
Οι καλοπροαίρετοι, σοφοί και πανέμορφοι Διαστημικοί Αδελφοί που έφερναν μηνύματα παγκόσμιας αγάπης, ειρήνης και πνευματικής ανάτασης εξαφανίστηκαν από το προσκήνιο της ουφολογίας, δίνοντας τη θέση τους στους ψυχρούς, μη ανθρώπινους, βιολογικά ξένους «Γκρίζους» (Greys) και στις τρομακτικές αφηγήσεις των νυχτερινών απαγωγών (alien abductions). Η γεωγραφία των contactees μετατράπηκε από μια φωτεινή, διαπλανητική ουτοπία σε μια κλειστοφοβική, παρανοϊκή δυστοπία. Οι εξωγήινοι δεν προσκαλούσαν πλέον τους εκλεκτούς ανθρώπους σε κρυστάλλινες πόλεις στην Αφροδίτη ούτε τους ξεναγούσαν με σεβασμό στα μητρικά τους σκάφη, αλλά τους απήγαγαν βίαια από την ασφάλεια των σπιτιών τους, παραλύοντας το σώμα τους και υποβάλλοντάς τους σε επώδυνα, εξευτελιστικά ιατρικά και γενετικά πειράματα πάνω σε κρύα, μεταλλικά τραπέζια.
Αυτή η ριζική μεταμόρφωση του μύθου, που ξεκίνησε με την υπόθεση του Project Serpo και των Eben, αποτελούσε την άμεση ψυχολογική αποτύπωση των νέων φόβων της κοινωνίας: του τρόμου απέναντι στην ανεξέλεγκτη, απρόσωπη ιατρική τεχνολογία, της αγωνίας για τον κρατικό έλεγχο, της παράνοιας των μυστικών κυβερνητικών συνωμοσιών και της αίσθησης ότι ο απλός πολίτης δεν είναι παρά ένα ανίσχυρο πειραματόζωο στα χέρια σκοτεινών, ανώτερων δυνάμεων. Η κοσμική Εδέμ είχε χαθεί οριστικά, και στη θέση της είχε γεννηθεί ένας σύγχρονος, τεχνολογικός εφιάλτης.
Αυτή η μετάβαση από το φως στο σκοτάδι, από την ουτοπία στη δυστοπία, ολοκλήρωσε τον ιστορικό κύκλο της πρώιμης ουφολογίας, μετατρέποντας το κίνημα των contactees σε ένα συναρπαστικό, γεμάτο νοσταλγία πολιτισμικό κειμήλιο μιας εποχής που η ανθρωπότητα μπορούσε ακόμα να ονειρεύεται τη σωτηρία από τα άστρα. Η μελέτη της γεωγραφίας, της ψυχολογίας και της κοινωνιολογίας αυτών των φανταστικών κόσμων δεν μας αποκαλύπτει τίποτα απολύτως για την ύπαρξη ή τη φύση της εξωγήινης ζωής στο σύμπαν, αλλά μας προσφέρει έναν πολύτιμο, εξαιρετικά ανάγλυφο και ειλικρινή χάρτη της ίδιας της ανθρώπινης συνείδησης σε μια από τις πιο κρίσιμες, μεταβατικές και επικίνδυνες καμπές της σύγχρονης ιστορίας.
---
## Επίλογος
Ο μεταμοντέρνος ουφολογικός μύθος, στην πορεία της εκατονταετούς εξέλιξής του, απέδειξε περίτρανα ότι το διάστημα δεν υπήρξε ποτέ ένας άδειος, φυσικός χώρος για την ανθρώπινη φαντασία, αλλά ο απόλυτος, καθαρός καθρέφτης των γήιναν προσδοκιών, των φόβων και των ιδεολογικών αναζητήσεων της ανθρωπότητας. Από τις πρώτες πνευματιστικές επαφές των αρχών του εικοστού αιώνα και τις παραδείσιες, ουτοπικές χαρτογραφήσεις της Αφροδίτης και του Άρη, μέχρι τις πολυδιαστατικές μεταναστεύσεις των Πλειάδων, τον επιστημονικό ορθολογισμό του Ούμμο και τον ψυχρό, γραφειοκρατικό τρόμο του Σέρπο, η γεωγραφία των επαφικών λειτούργησε ως ένας εναλλακτικός, ζωντανός άτλας της ανθρώπινης ψυχής.
Κάθε πλανήτης, κάθε κρυστάλλινος θόλος, κάθε υπόγεια στοά, κάθε πλωτό νησί από φως και κάθε κωδικοποιημένο συνθηματικό που καταγράφηκε από τους contactees δεν ήταν παρά μια απέλπιδα προσπάθεια να δοθεί νόημα σε μια κατακερματισμένη πραγματικότητα, να γεφυρωθεί το χάσμα μεταξύ της ραγδαίας, ανεξέλεγκτης τεχνολογικής προόδου και της βαθιάς πνευματικής αποξένωσης του σύγχρονου ανθρώπου. Οι Διαστημικοί Αδελφοί, είτε εμφανίζονταν ως αγγελικοί φιλόσοφοι με ξανθά μαλλιά είτε ως ψυχροί επιστήμονες και στρατιωτικοί διπλωμάτες, ενσάρκωσαν την αιώνια ανάγκη του ανθρώπου να μην αισθάνεται κοσμικά μόνος, να αναζητά έναν ανώτερο οδηγό, έναν συμπαντικό πατέρα ή έναν προστατευτικό αδελφό μέσα στο απέραντο, παγωμένο και σιωπηλό σύμπαν.
Καθώς η σύγχρονη επιστήμη και τα διαστημικά προγράμματα συνεχίζουν να απογυμνώνουν τους γειτονικούς μας κόσμους από τα πέπλα του μυστηρίου, αποδεικνύοντας με αδιάψευστα στοιχεία τη φυσική τους ερημιά και την αφιλόξενη φύση τους, η κληρονομιά των πρώτων επαφικών παραμένει ζωντανή όχι ως μια αστρονομική ή επιστημονική αλήθεια, αλλά ως μια βαθιά πολιτισμική μαρτυρία. Μας υπενθυμίζει με συγκινητικό τρόπο ότι, ακόμα και όταν στρέφουμε το βλέμμα και τα τηλεσκόπιά μας προς τα πιο μακρινά άστρα, το μόνο που αναζητούμε στην πραγματικότητα είναι μια απάντηση για το ποιοι είμαστε, από πού προερχόμαστε και με ποιον τρόπο μπορούμε να διασώσουμε την ίδια μας την ανθρωπότητα από τα δικά μας, εσωτερικά και γήινα σκοτάδια.
Βιβλιογραφία
Πρωτογενείς Πηγές των Contactees και Ουφολογικά Κείμενα
Flying Saucers Have Landed. New York: British Book Centre, 1953.
Inside the Space Ships. New York: Abelard-Schuman, 1955.
The White Sands Incident. Los Angeles: New Age Publishing Co., 1954.
From Outer Space to You. Clarksburg, WV: Saucerian Books, 1959.
Message from the Pleiades. Phoenix, AZ: UFO Photo Archives, 1988.
The Voice of Venus. Los Angeles: Unarius Science of Life, 1956.
Visitors from Lanulos. New York: Paperback Library, 1971.
The Andreasson Affair. Englewood Cliffs: Prentice Hall, 1979.
Passport to Magonia. Chicago: Henry Regnery Company, 1969.
Dimensions. New York: Ballantine Books, 1988.
Operation Trojan Horse. New York: G.P. Putnam’s Sons, 1970.
The Mothman Prophecies. New York: Saturday Review Press, 1975.
Θρησκευτικά, Αποκρυφιστικά και Εσωτερικά Κείμενα
The Book of Abraham. Salt Lake City: The Church of Jesus Christ of Latter-day Saints, 1842.
Esoteric Astrology. New York: Lucis Publishing Company, 1951.
The Science of Foreknowledge. London: W. Foulsham & Co., 1918.
Die Fragmente der Vorsokratiker. Berlin: Weidmann, 1951.
The Rahu-Ketu Experience. New Delhi: Sagar Publications, 1993.
The Secret Doctrine. London: Theosophical Publishing Society, 1888.
Isis Unveiled. New York: J.W. Bouton, 1877.
The Urantia Book. Chicago: Urantia Foundation, 1955.
Επιστημονική Κριτική, Ψυχολογία και Κοινωνιολογία του Φαινομένου
The Demon-Haunted World. New York: Random House, 1995.
Bad Astronomy. New York: John Wiley & Sons, 2002.
UFOs: The Public Deceived. New York: Prometheus Books, 1983.
Watch the Skies!. Washington, DC: Smithsonian Institution Press, 1994.
A Culture of Conspiracy. Berkeley: University of California Press, 2003.
When Prophecy Fails. Minneapolis: University of Minnesota Press, 1956.
Flying Saucers: A Modern Myth of Things Seen in the Skies. London: Routledge & Kegan Paul, 1959.
The Myth of the Eternal Return. Princeton: Princeton University Press, 1954.
The Hero with a Thousand Faces. New York: Pantheon Books, 1949.
Αστρονομία, Διαστημική Εξερεύνηση και Σύγχρονη Επιστήμη
NASA. “Beyond 2012: Why the World Didn’t End.” NASA Astrobiology Institute, 2012.
NASA. Αρχεία αποστολών Viking Program, Mariner Program, Voyager Program, Cassini–Huygens και Venera Program.
Cosmos. New York: Random House, 1980.
Pale Blue Dot. New York: Random House, 1994.
Astrophysics for People in a Hurry. New York: W.W. Norton & Company, 2017.
The Fabric of the Cosmos. New York: Alfred A. Knopf, 2004.
Συμπληρωματικές Πηγές για Σύγχρονη Ουφολογία και Contactee Culture
Communion. New York: William Morrow, 1987.
Intruders. New York: Random House, 1987.
Abduction. New York: Scribner, 1994.
American Cosmic. New York: Oxford University Press, 2019.
UFO Religion. London: I.B. Tauris, 2007.
The Gods Have Landed. Albany: State University of New York Press, 1995.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου